Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Θανατολογία (ΙΙ)


“Λόγια…άραγε υπάρχουν λόγια της παρηγοριάς; Δεν είμαι σίγουρος. Κι ούτε πιστεύω πως είναι δυνατόν ή πως θα έπρεπε να παρηγορηθεί κάποιος που υπέστη μια απώλεια τόσο ξαφνική και μεγάλη σαν τη δική σας…Άλλωστε ούτε κι ο χρόνος «γιατρεύει», όπως τόσο επιφανειακά μας αρέσει να λέμε, το πολύ-πολύ να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να βάλει μια τάξη…Θα έπρεπε από ένστικτο να μη θέλουμε να παρηγορηθούμε για μια τέτοια απώλεια, θα ‘πρεπε αντίθετα, να γίνει βαθιά κι επώδυνη η περιέργειά μας να την εξερευνήσουμε πέρα ως πέρα, να βιώσουμε την ιδιαιτερότητα, τη μοναδικότητα αυτής ειδικά της απώλειας, την επίδρασή της στη ζωή μας…Γίνεται τώρα πόνος ενεργός, με εσωτερική επίδραση, ο μόνος πόνος που έχει νόημα και είναι αντάξιός μας…”


Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος θα μονοπωλήσουν δύο ξεχωριστές φωνές, που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς πνευματικής συγγένειας: η φωνή του γερμανόφωνου ποιητή Rainer Maria Rilke, με κάποια αποσπάσματα από τις επιστολές του και αυτή του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, μέσα από τη διδακτορική του διατριβή πάνω στην ποίηση του Rilke.

Η θέση του Rilke είναι ξεκάθαρη: ο θάνατος κάποιου αγαπημένου είναι μία από τις συγκλονιστικότερες εμπειρίες της ζωής, μέσω της οποίας δοκιμαζόμαστε, μαθαίνουμε τον εαυτό μας, ωριμάζουμε και μάς δίνεται η ευκαιρία να υπερβούμε την πρόσκαιρη θνητή φύση μας και να αντικρίσουμε τη ζωή στην ολότητά της. Προσέξτε τη λεπτότητα των εκφράσεων και τη μουσικότητα της ποίησης που αναδύεται μέσα από τον προσεγμένο και εμπνευσμένο λόγο του:

“Όσον αφορά εμένα, ό,τι δικό μου πέθανε, πέθανε βυθιζόμενο, θα λέγαμε, μες στην ίδια μου την καρδιά: όταν αναζητούσα τον άνθρωπο που είχα χάσει, εκείνος ανασυγκροτούνταν μέσα μου τόσο ιδιότυπα και τόσο αιφνιδιαστικά, ήταν δε τόσο συγκινητικό να νιώθω πως βρισκόταν πλέον μόνο εκεί, πως η λαχτάρα μου να υπηρετήσω την εκεί ύπαρξή του, να εμβαθύνω σ’ αυτήν και να την εγκωμιάσω, έπαιρνε το πάνω χέρι σχεδόν την ίδια στιγμή που υπό άλλες συνθήκες ο πόνος θα είχε ήδη επιτεθεί στην ψυχή μου και θα την είχε ερημώσει…ο θάνατος όμως είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη φύση της αγάπης, που διόλου δεν την αντικρούει (φτάνει μονάχα να μη μας μπερδεύουν οι ασχήμιες και οι υποψίες που του έχουν φορτώσει). Εξάλλου, πού αλλού θα μπορούσε να απωθήσει εκείνος αυτό το Ένα, που άφατο το κρατήσαμε στην καρδιά μας, αν όχι μέσα στην ίδια αυτή καρδιά; Πού αλλού αν όχι μέσα μας θα ήταν πιο ασφαλής η «ιδέα» τούτου του αγαπημένου πλάσματος, η ακατάπαυστη επενέργεια, η ανέκαθεν κρυφή επίδρασή του;…”


“…καθοδηγούμαι πλέον όλο και πιο πολύ από μία και μόνη επιδίωξη: να παρέμβω διορθωτικά αποκαθιστώντας τα απωθημένα αιώνων, που σταδιακά μας αποξένωσαν από όσα μυστικά θα μπορούσαν να μας χαρίσουν μια ζωή με πληρότητα και αφθονία. Η φρίκη της ζωής τρομάζει και αποσβολώνει τους ανθρώπους: υπάρχει όμως τίποτα γλυκό και υπέροχο, που να μη φορά κατά καιρούς τούτη τη μάσκα, τη μάσκα της φρίκης;…”
“Όπως η σελήνη έτσι και η ζωή πρέπει σίγουρα να έχει και μια πλευρά πάντα σκοτεινή για μας, που δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το κομμάτι εκείνο που τη συμπληρώνει οδηγώντας τη στην ολοκλήρωση, στην αρτιότητα, στην αληθινή, ακέραιη και πλήρη σφαίρα του είναι…ο θάνατος δεν υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, είναι απλώς το σημάδι στο χείλος του δοχείου: κάθε φορά που το φτάνουμε, είμαστε πλήρεις…Δεν εννοώ πως πρέπει να αγαπάμε τον θάνατο, τη ζωή όμως πρέπει να την αγαπάμε τόσο γενναιόδωρα, χωρίς υπολογισμούς και επιλεκτικότητα, έτσι ώστε να τον συμπεριλαμβάνουμε και αυτόν στο διηνεκές, να τον αγαπάμε μαζί της (αυτόν που είναι η σκοτεινή πλευρά της), έτσι όπως συμβαίνει άλλωστε κάθε φορά μες στις πλατιές κινήσεις της αγάπης, που είναι ασυγκράτητες και δεν γνωρίζουν σύνορα! Μόνο και μόνο επειδή σε μιαν απρόσμενη ροπή της σκέψης μας τον αποκλείσαμε, άρχισε ο θάνατος να μας φαίνεται όλο και πιο ξένος και επειδή τον κρατήσαμε αποξενωμένο, έγινε εχθρός μας…Προκατειλημμένοι καθώς είμαστε εναντίον του θανάτου, δεν καταφέρνουμε να τον απελευθερώσουμε απ’ τις παραμορφώσεις του…”

“Αχ, μόνον εκείνος που ποτέ δε μας ανήκε μπορεί να φύγει από κοντά μας…Μην πιστέψετε πως ό,τι ανήκε στις πιο αυθεντικές εκδοχές της πραγματικότητάς μας μπορεί έτσι απλά να ακυρωθεί, να πάψει να υφίσταται…Όλες οι ουσιαστικές μας σχέσεις, όλα τα βαθιά βιώματά μας διαπερνούν το Όλο και τη ζωή και τον θάνατο, πρέπει να ζήσουμε και στα δύο, να νιώθουμε βαθιά εξοικειωμένοι και στα δύο…Αυθεντικοί κι αγνοί είμαστε μόνον όταν συγκατανεύουμε στο Όλο, σ’ αυτό που ακόμη δεν έχει κριθεί, στο μεγάλο, στο μέγιστο.”

“Σύμφωνα λοιπόν με την τωρινή μου στάση απέναντί του, ο θάνατος με τρομάζει περισσότερο όταν παίρνει κάποιον που δεν τον πρόλαβα, που έμεινε για μένα ανερμήνευτος ή μοιραίος, παρά όταν παίρνει εκείνους που, ενόσω ζούσαν, τους αγαπούσα με σιγουριά, έστω κι αν άστραψαν για μία μόνο στιγμή μες στην έκσταση της οικειότητας, στην οποία φτάνει η αγάπη. Αν οι άνθρωποι ήταν λίγο πιο αθώοι και χαίρονταν πραγματικά το αληθινό (σαν κάτι εντελώς ανεξάρτητο απ’ τον χρόνο), δεν θα υπήρχε λόγος να τους περάσει απ’ το μυαλό πως κάποτε θα έχαναν ξανά αυτό με το οποίο υπήρξαν πραγματικά συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει αστερισμός πιο συνεκτικός ούτε γεγονός πιο αμετάκλητο από τη σύζευξη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που, άπαξ και πραγματωθεί στον κόσμο του ορατού, εξελίσσεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση και ορμή στο βασίλειο του Αοράτου: στα βάθη εκείνα, όπου η ύπαρξή μας είναι άσβεστη σαν τον χρυσό μέσα στο πέτρωμα, πιο ακατάλυτη κι από ένα αστέρι.”

“Μια απώλεια τόσο σημαντική, που ξεπερνά κάθε μέτρο, μας εισάγει ουσιαστικά στο Όλον. Ο θάνατος δεν είναι παρά ένα αμείλικτο μέσον προκειμένου να εξοικειωθούμε και με την αθέατη πλευρά της ύπαρξής μας…Το πένθος μας έχει εξάλλου το παράξενο προνόμιο να λειτουργεί ως ολοκληρωμένη μάθηση, επίτευξη, αυθεντική και απόλυτη συνειδητοποίηση…”

“Ο θάνατος είναι μια αξία τόσο απερίγραπτη, άμετρη, ώστε ο Θεός να του επιτρέπει να μας βρίσκει πάντοτε, ακόμη και με τους πιο ανόητους τρόπους, μόνο και μόνο γιατί δε δύναται να μας προσφέρει τίποτε σπουδαιότερο…”
“…πράγματι, για να ζήσουμε πρέπει να πιστεύουμε πως μέσα σε καθετί κακό κρύβεται μια γνήσια ευεργεσία που εμείς, τυφλοί όντες, θα την κλοτσούσαμε πέρα, αν μας είχε προσφερθεί χωρίς ετούτη την επώδυνη μεταμφίεση…”

“Ο θάνατος είναι η πλευρά της ζωής που είναι στραμμένη μακριά μας, είναι αθέατη για μας: πρέπει να μοχθήσουμε για την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής συνειδητότητας της ύπαρξής μας, που θα ενοικεί και στις δύο απέραντες ετούτες περιοχές, θα τρέφεται ανεξάντλητα και από τις δύο…δεν υπάρχει ούτε εδώ ούτε επέκεινα παρά μόνο η μεγάλη ενότητα, όπου κατοικούν τα πλάσματα εκείνα που μας υπερβαίνουν, οι «άγγελοι»…”

“Ο θάνατος, κυρίως όταν βιώνεται πλήρως, δεν απομένει ποτέ ως εμπόδιο στη ζωή όσων επιβιώνουν. Διότι η βαθύτερη υπαρξιακή ουσία του δεν αντιτίθεται σε μας και, όπως μπορεί να μαντέψει κανείς κάποιες στιγμές, γνωρίζει για τη ζωή περισσότερα απ’ όσα εμείς ξέρουμε, ακόμη και στις στιγμές της μεγαλύτερης ζωτικότητάς μας. Εγώ πάντοτε υποστηρίζω πως ένα τέτοιο βάρος, με όλη την τρομακτική πίεση που μπορεί να ασκήσει, έχει επωμισθεί κατά κάποιον τρόπο το καθήκον να μας βυθίσει σ’ ένα βαθύτερο εσωτερικό στρώμα της ζωής, ώστε να βλαστήσουμε κατόπιν από μέσα του ακόμη πιο γόνιμοι…”

“Οι βαθύτερες εμπειρίες της ζωής μου επέδρασαν σωρευτικά, κάνοντάς με να δεχτώ τον θάνατο ως άλλο μέρος της τροχιάς, που τις ιλιγγιώδεις καμπές της ακολουθούμε ανίκανοι να σταματήσουμε έστω και για ένα λεπτό. Κλίνω ολοένα και περισσότερο, ευρισκόμενος σε κατάσταση προσωρινότητας, προς μια συναίνεση με τούτο το Όλον, εκεί που υπάρχει εντεινόμενη αλληλοδιείσδυση και σύντηξη μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο άγγελος των καταφάσεών μου στρέφει προς τον θάνατο ένα πρόσωπο που ακτινοβολεί…Νιώθω τόσο ίδιος στο σώμα και στην ψυχή και, μόλις συγκατανεύσω ολοκληρωτικά στις αναγκαίες μεταβολές και σε όλους τους αποχαιρετισμούς που μας επιβάλλει ο κυρίαρχος ρυθμός, βλέπω την ομίχλη όλων αυτών των μεταβολών να διαλύεται χάρη στη φλόγα μας, που άσβεστη τη διαπερνά…”

Περνώντας στη μελέτη του Λιαντίνη “Έξυπνον Ενύπνιον. Οι ελεγείες του Duino του Rilke”, ακούμε τον καθηγητή να συμφωνεί με τις παραπάνω απόψεις του ποιητή:

“…Ο απλός άνθρωπος αντιμετωπίζει τον θάνατο με απόγνωση. Τον διαχωρίζει στεγανά από τη ζωή και ταυτίζει το νόημά του με την απόλυτη άρνηση…Η υπεύθυνη θέση του μπροστά στην ωμή παρουσία του φρικτού γεγονότος διολισθαίνει στην ανακουφιστική διαφυγή της προσωπικής σωτηρίας. « Ο γείτονας απέθανε », συλλογάται κανείς, « εγώ όμως ζω και η δική μου ώρα απέχει ακόμη…Η αλήθεια μου είναι η λήθη του θανάτου μου »…Η λήθη της φοβερής γνώσης ελευθερώνει την αλήθεια της χαρούμενης πλάνης…Εάν αυτή η συνετή ολιγωρία δίνει στον απλό άνθρωπο συνεχώς την ευκαιρία αναβολής και μετάθεσης, ουσιαστικά δεν θεραπεύει, αλλά κακοφορμίζει το πρόβλημα….”

“Ο φόβος θανάτου λανθάνων αλλά πανσθενής, αντίστρεψε τον άξονα της ανθρώπινης πράξης και δημιούργησε ένα ψυχοπνευματικό καθεστώς εντελώς ξένο προς τη φυσική τάξη….Ο άνθρωπος δεν προσπαθεί πλέον να συναντήσει τη ζωή, αλλά να αποφύγει τον θάνατο. Τούτο σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της ανθρώπινης πράξης δεν είναι θετικός αλλά αρνητικός…Η συνειδητή τάση του ανθρώπου να ξεφύγει τη φτώχεια της ζωής υπηρετεί ασυνείδητα τον πλούτο του θανάτου. Και όσο η τάση αυτή γίνεται μανία, τόσο ο φόβος του θανάτου γίνεται πανικός. Τα αποθέματα του ανθρώπου σε υλικό πλούτο είναι αναλόγως ισόποσα με τα αποθέματά του σε σκότη θανάτου…”

“Αγρυπνία θανάτου σημαίνει κατάσταση εξόδου από τον ύπνο της ζωής…[Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Ηράκλειτου για τους ξύπνιους και τους κοιμισμένους]…Ο ολοφυρμός των ζωντανών μπροστά σ’ ένα νεκρό εκφράζει την οδυνηρή τους γνώση για την απουσία της ζωής από το πτώμα, στο βαθμό που εκφράζει την οδυνηρή τους άγνοια για την παρουσία θανάτου στον ίδιο τον εαυτό τους…Εάν ο θάνατος ενσκήπτει σαν γεγονός βίαιο και τραχύ (factum brutum) και αποσβολώνει την ανθρώπινη εμπειρία, τούτο δεν οφείλεται στη φύση του θανάτου, αλλά στη στάση του ανθρώπου. Δεν είναι βάναυσος ο θάνατος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται ο άνθρωπος τη ζωή είναι αδέξιος και σκαιός.”


“Είναι περίεργο ότι ο άνθρωπος προκειμένου να κατακτήσει το φαινόμενο της ζωής του, ίδρυσε πλήθη επιστημών και παράλειψε να προχωρήσει στην οργάνωση της πιο σημαντικής, της επιστήμης του θανάτου. Πώς ημπορεί να κατανοηθεί το ότι ομάδες ατελείωτες ερευνητικών δραστηριοτήτων μελετούν διασπασμένα και πενιχρά τα ασυνάρτητα τμήματα της ζωής και δεν υπάρχει ακόμη ως επιστήμη η μελέτη θανάτου, της οποίας η έρευνα αναγκαία αναφέρεται στην ολότητα της ζωής;…Έχει κανείς στην ιδιοκτησία του τον θάνατό του, ένα μεταλλείο πολύτιμης ουσίας και αιωνιότητας και το αφήνει να οξειδώνεται στην αργία…
Εάν στα σημερινά πανεπιστήμια του κόσμου δεν υπάρχει ούτε μία έδρα διδασκαλίας του θανάτου, της επιστήμης που θα την ονομάζαμε θ α ν α τ ο λ ο γ ί α και εάν η σημερινή πανεπιστήμη είναι ancilla της ειδωλικής ζωής, «ειδωλοποιεί τα είδωλα» όπως θα έλεγε ο Πλάτων, στα παιδευτήρια του μετα-ιστορικού ανθρώπου είναι βέβαιο ότι όλες οι επιστήμες θα μελετούν και θα θεραπεύουν τον θάνατο. Αυτού του είδους η πνευματική ενέργεια θα αποτελέσει την εγγύηση για την υγεία της ιστορίας. Η φαντασία του καλλιτέχνη ημπορεί να ιστορήσει από τώρα την εικόνα του Rilke στους ναούς του μέλλοντος. Περισσότερο φωτεινή από το πρόσωπο του Ηράκλειτου στις βιβλιοθήκες και λιγώτερο κακοποιημένη από τη μορφή του Ιησού στις εκκλησίες του καιρού μας.”


Επίσης, στα “Ελληνικά” ο Λιαντίνης λέει για τον θάνατο:“…Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας – ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης – είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής…Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση και ποια είναι η σπατάλη μου; Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές που σου ‘δειξε. Ότι είδες τον ήλιο το πρωί και τη θάλασσα τον Ιούλιο. Ότι περπάτησες σε μια ρεματιά τον Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου κι ακούσατε τ’ αηδόνι. Ότι δίψασες και ήπιες το κρύο νερό της πηγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.
Εκείνη λοιπόν τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της κόλασης…Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί, την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;…”

Κλείνοντας το δεύτερο μέρος, ας ακούσουμε τη φωνή του ίδιου του Δημήτρη Λιαντίνη να απευθύνεται προς τον θάνατο με περηφάνεια και τόλμη ( ελπίζω μόνο να μην παρερμηνευτεί αυτό το απόσπασμα ως προτροπή προς αυτοκτονία…):

“Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν…”

[ Bonus βιντεάκι με ομιλία του Λιαντίνη για τον θάνατο]:

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Θανατολογία...(I)


Επιθυμία και αγώνας για υλικά αποκτήματα, πλούτη και ηδονές…Φιλοδοξία για μεγάλα έργα και υστεροφημία…Ανάγκη για τεκνοποίηση…Άγχος για τη δουλειά, άγχος για τις σχέσεις…Ανασφάλεια και φόβοι μπροστά στην προοπτική της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αρρώστιας…Φόβος για το μέλλον και το άγνωστο…Απέραντη ανία και άγχος για το τίποτα…Εξάρτηση από τα αγαπημένα πρόσωπα…Φανατική προσήλωση σε θρησκευτικά δόγματα και θρησκόληπτες συμπεριφορές…
Τι κοινό μπορεί να έχουν όλα τα παραπάνω;… Μα φυσικά, πίσω από όλες αυτές τις ανθρώπινες επιθυμίες και αδυναμίες κρύβεται ένας τεράστιος ανομολόγητος συγκαλυμμένος φόβος…
Ο φόβος του θανάτου!...

Ναι, καλά καταλάβατε…Θα ξεκινήσουμε ένα μακάβριο ταξίδι, ένα οδοιπορικό σε μονοπάτια διαφορετικά απ’ τα συνηθισμένα…σε περιοχές σκοτεινές και εκτάσεις δύσβατες, άγριες και τρομακτικές ( τουλάχιστον έτσι τις έχει πλάσει η φαντασία του μέσου ανθρώπου, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται απαραίτητα και στην αλήθεια )…
Θα περιπλανηθούμε στον κόσμο των αιώνιων σκιών, εκεί στα πένθιμα υπόγεια βασίλεια του Άδη, όπου εκβάλλουν τα δακρύβρεχτα νερά του ποταμού Αχέροντα, εκεί στη χώρα του “Ποτέ πια”, από όπου κανείς νεκρός ποτέ δε γύρισε, εκτός φυσικά από τον Ιησού Χριστό και τον…Λάζαρο!...
( Οι επισκέψεις του Ηρακλή για τον Κέρβερο, του Ορφέα για την Ευρυδίκη και του Οδυσσέα στη “Νέκυια” της Οδύσσειας δεν υπολογίζονται, αφού όλοι κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο ενώ ήταν ακόμα ζωντανοί…)



Όχι, μην ανησυχήσετε, δε με βρήκε κάποια απρόσμενη συμφορά, ούτε και έγινα ξαφνικά “emo”, απλώς πήρα αφορμή από την ανάρτηση του Δημήτρη στο Ξάνθη Φιλοσοφείν, για τον φίλο που έχασε και σκέφτηκα να συλλέξω πρόχειρα μερικά αποσπάσματα για το θέμα του θανάτου από τη βιβλιογραφία που έχω στη διάθεσή μου.
Μη βιαστείτε να χτυπήσετε ξύλο, να φτύσετε τον κόρφο σας και να αλλάξετε τρομαγμένοι θέμα συζήτησης…Δεν είναι στις προθέσεις μου ούτε να σας τρομοκρατήσω ούτε να σας ψυχοπλακώσω ούτε φυσικά σκοπεύω να παίξω με τυχόν τραύματα και πληγές που όλοι κουβαλάμε από το αντάμωμα με τον σκοτεινό και αδίστακτο καβαλάρη…

Το μόνο που θέλω είναι φωτίσω με τους ασθενικούς μου προβολείς ένα παρεξηγημένο θέμα – ταμπού, που μας έμαθαν από μικρά παιδιά να το αποφεύγουμε, να το φοβόμαστε και να το απωθούμε, επενδύοντάς το με προκαταλήψεις και στερεότυπα αιώνων, μη τολμώντας συχνά ούτε να προφέρουμε το όνομά του. Και θα το λογαριάσω ως κέρδος και προσωπική ικανοποίηση, αν έστω και μία / ένας φίλη / φίλος και συνοδοιπόρος τολμήσει να σηκώσει τα παραμορφωτικά πέπλα και αντικρίσει το φαινόμενο του θανάτου όπως του πρέπει: ίσια κατάματα, με σεβασμό και ανδρεία, αν όχι με ολύμπια αταραξία τουλάχιστον με θλίψη ήρεμη και πειθαρχημένη, έχοντας επίγνωση της αναπόφευκτης αναγκαιότητας, του επιβλητικού μυστηρίου αλλά και των πυλών που μπορεί να μας ανοίξει μια τέτοια υπέρβαση…

Λόγω του εύρους της σχετικής βιβλιογραφίας και της τεράστιας σημασίας του θέματος, αναγκαστικά η ανάρτηση θα ολοκληρωθεί σε 2 ( ίσως και 3 ) μέρη και φυσικά, θα προσεγγίσουμε το θέμα μας ακροθιγώς, αφού θα μπορούσαν να γραφτούν δεκάδες πολυσέλιδοι τόμοι, δίχως και πάλι να επαρκούν για να καλύψουν όλες τις πλευρές και τις προεκτάσεις του.
Φωτισμένοι οδηγοί και πολύτιμοι σύμβουλοι προσανατολισμού σ’ αυτή τη διαδρομή θα σταθούν οι μεγάλες μορφές των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, του Ιησού Χριστού, του Osho, του Χαλίλ Γκιμπράν, του Δημήτρη Λιαντίνη και μερικών ακόμα μυστών, ποιητών, ψυχολόγων και λογοτεχνών.

Ασφαλώς, πολλές ελλείψεις θα επισημανθούν τόσο σε πρόσωπα όσο και σε θρησκείες, φιλοσοφικές σχολές ή ρεύματα. Υπενθυμίζω ότι δεν πρόκειται για διδακτορική διατριβή ( αν και θα με ενθουσίαζε ένα τέτοιο θέμα! ), αλλά για μία πρόχειρη καταγραφή αποσπασμάτων και απόψεων.
Μάλιστα, μου είχε περάσει και η ιδέα να φτιάξω ένα ιστολόγιο, με αποκλειστικό θέμα τον θάνατο, όπου θα μπορούσα να μιλήσω εκτενέστερα και πιο εμπεριστατωμένα.


[Δε θα επιχειρηθεί αυστηρή ιστορική αναδρομή σχετικά με τις απόψεις των στοχαστών γύρω από τον θάνατο. Μία περιληπτική αλλά κατατοπιστική καταγραφή μπορείτε να βρείτε στο Ξάνθη Φιλοσοφείν, από τον προσφάτως εκλιπόντα κ. Νίκο Γεραγά ( το κείμενο του οποίου στάθηκε η αφορμή για την παρούσα ανάρτηση):

http://nekthl.blogspot.com/2010/07/blog-post_14.html ]

…Μα να, ακούω παφλασμό και κουπιά που βυθίζονται στο νερό…και εκεί μακριά, μέσα απ’ την ομίχλη και τους καπνούς, σαν να τον γέννησε η απόκοσμη νύχτα, ξεπροβάλλει αποστεωμένος ο δρεπανηφόρος πορθμέας, ορθός μέσα στη βάρκα του και μοιάζει σαν να μας γνέφει να τον ακολουθήσουμε μέχρι τα παγερά σύνορα της αυτοκρατορίας της σιωπής…


Στην “Επιστολή προς Μενοικέα” (124-125) ο Επίκουρος γράφει:
«…Να συνηθίσεις την ιδέα ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, γιατί κάθε κακό και κάθε καλό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η γνώση του γεγονότος ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας μάς κάνει ικανούς να απολαμβάνουμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ’ αυτήν, αλλά γιατί απομακρύνει τον πόθο της αθανασίας.
Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτε το φοβερό στο ζην για εκείνον που κατανοεί πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό στο να μη ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά γιατί υποφέρει επειδή θα έρθει.
Εκείνο που δε φέρνει ταραχή όταν είναι παρόν, μάταια προξενεί λύπη όταν αναμένεται. Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για μας – στο βαθμό που όσο υπάρχουμε δεν είναι παρών κι όταν πάλι είναι παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε…»


Ασφαλώς, η θεώρηση αυτή πηγάζει από τη βαθιά πεποίθηση του Επίκουρου πως η ψυχή χάνεται μαζί με το σώμα τη στιγμή του θανάτου, επομένως δεν επιζεί κάποια μορφή συνείδησης, που θα μπορεί να νιώσει οδύνη για τη χαμένη ζωή ή νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησε πίσω της. Τις απόψεις αυτές συμμερίζεται και ο συγγραφέας Irwin D. Yalom, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. Υιοθετεί επίσης και την άποψη του Επίκουρου περί “συμμετρίας”, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος σηματοδοτεί την επιστροφή στην κατάσταση της ανυπαρξίας, που προηγήθηκε της γέννησής μας.

Δε μπορούμε να μη θυμηθούμε στο σημείο αυτό τις πρώτες φράσεις της “Ασκητικής” του Νίκου Καζαντζάκη:

« Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε “ζωή”…»

Γενικά, η αρχαιοελληνική στάση ζωής συμβουλεύει: αντιμετώπισε το αναπόφευκτο τέλος ψύχραιμα και πειθαρχημένα, με θάρρος, μελαγχολία και εγκαρτέρηση, δίχως μάταιες παρηγοριές και θρήνους ανώφελους.

Όπως λέει και ο Δημ. Λιαντίνης στα “Ελληνικά”:

«…όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη. Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, όραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος. Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει…
Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των ελλήνων σε τέχνη είναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαξε το ποιο και την υφή της. Τη μετέτρεψε από άρνηση σε δύναμη και από εγκατάλειψη σε καρτερία.
Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος…» ( σελ. 120 ).


Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το δελφικό απόφθεγμα που μας θυμίζει να αφήνουμε τη ζωή δίχως λύπη: Τελευτών άλυπος .

Ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αινιγματικά αποσπάσματά του λέει:
« Θάνατος είναι όσα βλέπουμε όταν είμαστε ξύπνιοι και ύπνος όσα βλέπουμε όταν κοιμόμαστε. ».
Το απόσπασμα αυτό το ερμηνεύει ο Ινδός μύστης Osho στην “Κρυμμένη αρμονία” ως εξής:

« Όταν είσαι ξύπνιος, αντικρίζεις τον θάνατο σε κάθε σου βήμα και ίσως γι’ αυτό δημιουργείς ένα σύννεφο από όνειρα, αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, για να μην αναγκαστείς να αντιμετωπίσεις το φοβερό μυστήριο. Όμως έτσι, δε συνειδητοποιείς πως όσο περισσότερο εμβαθύνεις στον θάνατο τόσο περισσότερο εμβαθύνεις, καταλαβαίνεις και εκτιμάς τη ζωή. Γιατί αυτά τα δύο είναι ένα, μία ενότητα αξεχώριστη.
Μοιάζει παράδοξο, όμως τα αντίθετα αλληλοσυμπληρώνονται και πάλι. Αποφεύγεις τον θάνατο και μένεις νεκρός. Τον αντιμετωπίζεις και ζωντανεύεις! » (σελ. 78 )



Και συνεχίζει ο Osho:
« Τη στιγμή που θα κοιτάξεις τον θάνατο τόσο βαθιά, τόσο έντονα, που θ’ αρχίσεις να νιώθεις ότι πεθαίνεις…τότε έρχεται η κρίση.
Αυτό είναι ο σταυρός του Ιησού, η κρίση του θανάτου. Αυτή τη στιγμή πεθαίνεις στον ένα κόσμο – στον κόσμο του οριζόντιου, στον κόσμο του νου – και ανασταίνεσαι σ’ έναν άλλο κόσμο…στον κόσμο της Αλήθειας…Πέθανε στο χρόνο για να αναστηθείς στην αιωνιότητα. Πέθανε στο νου για να αναστηθείς στη συνειδητότητα. Πέθανε στη σκέψη για να γεννηθείς στη γνώση…» ( σελ. 78-79 )


Αλλά και το δημοτικό μας τραγούδι έχει εκφράσει με τρόπο απαράμιλλο τον βαθύ πόνο του λαού μας από το χτύπημα του δρεπανιού του Χάροντα:

Καλότυχά είναι τα βουνά, καλότυχοι είν’ οι κάμποι,
που Χάρο δεν ακαρτερούν, φονιά δεν περιμένουν,
μόν’ περιμένουν άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίσουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Παρακαλώ σε, μάνα μου, μια χάρη να μου κάμεις.
Ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνεις μοιρολόγι,
γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω
κι άκουσα τη φωνούλα σου κι εσπάραξε η καρδιά μου
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβήστη
και στάζει η στάλα του κεριού μες στους αποθαμένους:
καίει των νυφάδων τα χρυσά των νιώνε τα στολίδια.
Θυμώνει ο Χάρος μετά με, στη μαύρη γης με ρίχνει,
το στόμα μ’ αίμα γιόμισε, τ’ αχείλι μου φαρμάκι.


Η ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ένας να βγει την άνοιξη κι άλλος το καλοκαίρι
κι ο τρίτος το χινόπωρο μαζί με τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί με χέρια σταυρωμένα:
- Για πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνω Κόσμο.
- Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη,
βροντομαχούν τα ρούχα σου κι αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο, θα μας ακούσει ο Χάρος.


Στη νεοελληνική λογοτεχνία, δύσκολα θα βρει κανείς άλλον ποιητή που να έχει συνδέσει τόσο το όνομά του με τον θάνατο όσο τον Κώστα Καρυωτάκη, που σφράγισε τη ζωή και το έργο του με την αυτοκτονία του στην Πρέβεζα το 1928 ( σαν σήμερα, μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1928 αυτοπυροβολήθηκε κάτω από έναν ευκάλυπτο στην παραλία του Αγ. Σπυρίδωνα στην Πρέβεζα ).

Αν διαβάσει κανείς τα άπαντα του Καρυωτάκη, θα βρει δεκάδες ποιήματα που μιλούν για τάφους, μαρασμό, θλίψη, φέρετρα, ματαιότητα, κηδείες και πένθος. Ένα από τα αγαπημένα μου όμως είναι αυτό που μιλά για τον θάνατο δίχως να αναφέρει καν λέξεις μακάβριες, παρά τον συμβολίζει με καράβι που φεύγει για το τελευταίο του ταξίδι…

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!

Να ‘μουν στην πλώρη σου ή
θελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.


Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας, πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!



Κλείνοντας το πρώτο μέρος του αφιερώματος, θα αφήσουμε να μας μιλήσει για την εμπειρία του και τα μαθήματα που πήρε από τη γνωριμία του με τον θάνατο ένας επιζών των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο Martin Grey, που ξανάχτισε τη ζωή του μετά τον πόλεμο για να δει τη γυναίκα και τα παιδιά του να χάνονται σε μια φοβερή πυρκαγιά.
Τσακισμένος από τη μοίρα και αφού κατάφερε να ξεπεράσει την παρόρμησή του να αυτοκτονήσει, αποφάσισε να λυτρωθεί από τους εφιάλτες του, γράφοντας την τραγική του ιστορία ( “Στ’ όνομα όλων των δικών μου”) με σκοπό να δώσει θάρρος και δύναμη σε όσους είχαν πάψει πια να πιστεύουν στη δύναμη και την ομορφιά της ζωής. Στο δεύτερο έργο του ( “Το βιβλίο της ζωής” ), μάς λέει:


«Πιστός στους νεκρούς μένει μονάχα αυτός που δε φυλακίζεται μες στον πόνο του. Πρέπει να συνεχίζει κανείς να χαράζει τ’ αυλάκι του ίσιο και βαθύ. Όπως θα το έφτιαχναν οι ίδιοι. Όπως θα το ‘φτιαχνε κι αυτός μαζί τους. Γι’ αυτούς.
Πιστός στους νεκρούς σημαίνει να ζεις σα να ‘ταν κι αυτοί ζωντανοί. Και να τους κάνεις να ζουν μέσα σου. Και να μεταδίδεις στους άλλους το μήνυμά τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους. Σ’ ένα παιδί, σ’ έναν αδερφό ή σε ξένους, στους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Τότε και η λειψή ζωή των χαμένων θα βλασταίνεται ατέλειωτα. » ( σελ. 151 )


« Ο άνθρωπος είναι θνητός. Η προσωπική ζωή τελειώνει μια μέρα. Αυτοί που αγαπά κανείς πεθαίνουν. Υπάρχουν όμως πάντα παιδιά που γεννιούνται. Υπάρχουν οι άνθρωποι, τούτη η ζωή από χιλιάδες πρόσωπα που συνεχίζεται και αναπτύσσεται. Υπάρχουν κι οι άλλοι, όσοι μένουν, όσοι γεννούνται, το σύνολο των ανθρώπων που συνεχίζει τη ζωή όσων πέθαναν.
Ο θάνατος δε μπορεί να νικηθεί παρά μονάχα απ’ την αδερφικότητα με τους άλλους. Δεν πεθαίνω επειδή ακριβώς αποτελώ μέρος μιας ζωντανής ολότητας. Βέβαια μια τέτοια γνώση δε γιατρεύει καθόλου την πληγή που είναι ο θάνατος των άλλων.
Ο θάνατος είναι πάντα η μεγάλη δοκιμασία. Το κενό που ανοίγεται άξαφνα κάτω απ’ τα πόδια μας. Το να τ’ αποφεύγουμε δε χρησιμεύει σε τίποτα. Πρέπει να μάθουμε να το παρατηρούμε. Και να το περιγράφουμε…» ( σελ. 154-155)


« Πρέπει να βλέπουμε τον θάνατο με μάτια ανοιχτά επειδή ακριβώς είναι αναπόφευκτος. Να μην τον φοβόμαστε, να μην παραιτούμαστε μπροστά του. Να τον δεχόμαστε και να τον πολεμάμε. Και ν’ αφήνουμε μέσα μας να γεννιέται η σοφία όταν φτάνει η στιγμή. Χτυπάει γύρω μας αδιάκριτα: τα πλάσματα που θερίζει εξακολουθούν να ζουν μέσα στη μνήμη αυτών που απομένουν. Εξακολουθούν να ζουν, επειδή το σύμπαν αποτελεί μια αιωνιότητα που μεταμορφώνεται.

Ο άνθρωπος δεν είναι άλλο παρά εν’ απειροελάχιστο τμήμα απ’ αυτό το σύμπαν κι απ’ αυτή την αιωνιότητα. Όπως ακριβώς το σύμπαν, μεταμορφώνεται κι αυτός. Ο θάνατός του, το σημείο αυτό όπου σπάζει η ζωή, είν’ ένα πέρασμα. Επειδή η ζωή μες στο σύμπαν δε σταματά: είναι αιώνια.
Κι ο θάνατος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το τέρμα μιας μορφής της ζωής, που ξαναγεννιέται αλλού κάτω από χίλιες δυο μορφές άλλες. » ( σελ. 161-162 )

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Κουβέντα με έναν Άγγελο



Θα ήθελα να ήμουν μάγος, του είπα

μύστης μέγας, θαυματοποιός.

Να σκέφτομαι κι η σκέψη μου

τα σύμπαντα να σχίζει.

Ένα μου νεύμα μοναχά

την πλάση να γλυκαίνει

.

.

“Κι όμως δεν είναι δύσκολο”, ψιθύρισε γελώντας…





Πρώτα να γίνεις πράσινο, δέντρο οπωροφόρο

δίχως καμία διάκριση απλόχερα να δίνεις

στους πεινασμένους που περνούν

τους θρεπτικούς καρπούς σου




Μετά πουλί μελωδικό

ελεύθερο να φτερουγάς στον ανοιχτό ουρανό

δωρίζοντας το πιο γλυκό, σπάνιο κελάηδημα σου,

μέχρι στον ασυνείδητο που πάει να σε σκοτώσει




Κι ύστερα ρόδο κόκκινο.

Να σε ξηλώνουν απ’ τη γη κι εσύ να συνεχίζεις

σκορπίζοντας το άρωμα σου

τον έρωτα με χάρη να υμνείς




Τέλος αγαπημένε μου, να γίνεις η Αγάπη !

Αγάπη όμως άχρονη, άφθαρτη και αιώνια

για να χωρέσεις στην καρδιά ολάκερο τον κόσμο

κι αν το πετύχεις και αυτό τότε έγινες Θεός μου!




Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Ας μιλήσουν οι ήχοι...


Για να πάρουν μια γεύση όσοι δε μπόρεσαν να συμμετάσχουν στο καταπληκτικό διήμερο της προηγούμενης εβδομάδας...


...και για να θυμηθούμε τι ζήσαμε όσοι ανταμώσαμε στη μαγευτική Μακρινίτσα...


Μόλις φτάσαμε την Παρασκευή...πάρτυ γενεθλίων!...


Το Σάββατο όλη μέρα στην πλατεία, υπό τη μουσική υπόκρουση των τρεχούμενων νερών...

( δε βρήκα βίντεο από τη Μακρινίτσα και έβαλα από την Άρτα!...)



Γύρω μας να ακούγονται γέλια παιδικά, αληθινή ψυχοθεραπεία...



...ο ήχος της καμπάνας και του ρολογιού που σήμαινε τις ώρες να βάζει τάξη στο μέσα μας χάος ( αν και κάποιους τους εμπόδιζε να απολαύσουν τον ύπνο τους...)

(...και πάλι δε βρήκα τον ήχο της καμπάνας της Μακρινίτσας και χρησιμοποίησα...εισαγόμενο!...)



...και μια αρμονική συνύπαρξη των πιο αθώων πλασμάτων, των παιδιών και των ζώων...



Το βράδυ του Σαββάτου μια ξεχωριστή συναυλία στη γειτονική Πορταριά...

Νότης Μαυρουδής, Παναγιώτης Μάργαρης και Αναστασία Μουτσάτσου...

( Απολαύστε το πρώτο τραγούδι της συναυλίας...)



...και την Κυριακή, πάλι γενέθλια, το αποχαιρετιστήριο τραπέζι και η υπόσχεση να ξαναβρεθούμε σύντομα...

(...κλείνουμε με ένα οπτικοακουστικό αφιέρωμα στο Πήλιο με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη...

Προσέξτε στο 2:27-2:30 την πλατεία της Μακρινίτσας χιονισμένη, με την εκκλησία και τη βρύση λευκοντυμένες σαν νυφούλες...)



Καλή αντάμωση και πάλι...



Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Οι άγγελοι του Πηλίου...


Το σημερινό οχτάωρο στη δουλειά πέρασε με μεγάλη δυσκολία, ενώ το ρολόι έμοιαζε να παίζει με την υπομονή μου...

Δεν υπήρχε τρόπος να συγκεντρωθώ και ήταν αξιοπερίεργο το πώς ολοκλήρωσα τη βάρδια χωρίς να κάνω κάποιο σοβαρό λάθος ή να ξεχάσω κάποια σημαντική εργασία...
Ο νους μου είχε ξεχαστεί 300 χλμ. μακριά, σε υψόμετρο 750 μ., κάτω από την ευεργετική δροσιά των υπεραιωνόβιων πλατανιών και η ψυχή μου, λουσμένη ακόμα στο φως, σε νερά τρεχούμενα και σε ποτάμια αγάπης και θετικής ενέργειας, στέναζε εγκλωβισμένη και προσπαθούσε να προσαρμοστεί ξανά στις ενοχλητικές συνθήκες μιας ανιαρής καθημερινότητας...

Τη μια στιγμή έπιανα τον εαυτό μου να χαμογελάει με νοσταλγία, όπως όταν θυμόμαστε αγαπημένα πρόσωπα και ευτυχισμένες στιγμές παλαιότερων εποχών και την άλλη τα μάτια μου υγραίνονταν και προσπαθούσα να κρύψω τη συγκίνησή μου από τους συναδέλφους και τον προϊστάμενο...

Όπως ήδη είπαν στις δικές τους αναρτήσεις και τα σχόλια οι φίλοι μου, ο πλούτος της υπέροχης γλώσσας μας δεν επαρκεί για να περιγραφούν τα συναισθήματα και οι δονήσεις που έκαναν τις καρδιές μας να σκιρτήσουν από χαρά, ενθουσιασμό και αγάπη, κατά τη διάρκεια του αξέχαστου Σαβ/κου στη Μακρινίτσα!

Καθόμουν και παρατηρούσα σιωπηλός μια παρέα παιδιών ερωτευμένων με τη ζωή να επιστρέφουν και να ξαναθυμούνται τις βάσεις της φιλίας και της ανθρωπιάς μας:
την απλή, ανεπιτήδευτη και ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, τον όμορφο και ευγενικό διάλογο, τη φλύαρη σιωπή, τη μεγάλη και ζεστή αγκαλιά, το γέλιο το ανυπόκριτο, το δόσιμο το απλόχερο, το δάκρυ που καθαρίζει και λυτρώνει την ψυχή και ένιωθα πληρότητα και ευτυχία, ένιωθα ικανοποίηση και ανακούφιση και αισθανόμουν ότι ζούσα στιγμές που θα σημαδέψουν την ύπαρξη και τη μετέπειτα ζωή μου...

Θα πει κανείς: "Υπερβολές και λόγια ενθουσιασμού και συναισθηματικής φόρτισης..."

Όχι, φίλοι μου, δεν υπερβάλλω...
Ίσως για κάποιους το διήμερο αυτό να ήταν απλώς μια όμορφη εκδρομή και ένα σύντομο ευχάριστο διάλειμμα, όπως και μια ευκαιρία για γνωριμία με ενδιαφέροντες ανθρώπους...Κι αυτό καλό είναι, κανένα πρόβλημα!

Για μένα ήταν μια εμπειρία που με γέμισε ελπίδες και κινητοποίησε δυνάμεις δημιουργίας μέσα μου...
Γαλήνεψα και μαλάκωσα και το πιο σημαντικό, αισθάνθηκα πως έγιναν λιγότερο σαφή τα περιγράμματα και τα όρια μου...
Σαν να γλιστρούσαν στον χώρο και να περνούσαν αιωρούμενα μόρια και υποατομικά σωματίδια του ενός στον άλλο, μια αίσθηση αφάνταστης οικειότητας και συγχώνευσης, που θα μπορούσε ίσως να παρομοιαστεί μονάχα με το σκίρτημα το ερωτικό...

Ναι, φίλοι μου αγαπημένοι, αδέρφια μου απ' όλη την Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο και ίσως υπερβολικό, αυτές οι 2 μέρες στη μαγευτική Μακρινίτσα ήταν αρκετές για να σας "ερωτευτώ" ξανά ( αφού σας είχα ερωτευτεί εδώ και μήνες με έρωτα του διαδικτύου...)

Ερωτεύτηκα τον Δημήτρη και τον Γιάννη από την Ξάνθη, τον Βαγγέλη, την Φιλαρέτη, τον Γιάννη από τα Τρίκαλα, ερωτεύτηκα την Πέλα, τη Νανά και την Ελπίδα, τη Βίκυ, τον Νίκο και τα παιδάκια τους, ερωτεύτηκα την Ελένη και τον Κώστα, τον Τάσο , τη Σαββίνα και τη Στέλλα κι ακόμα τους νέους φίλους, τον Νίκο και τη Χριστίνα από τον Βόλο...

Σας ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου, γιατί ξυπνήσατε μέσα μου την επιθυμία να γίνω καλύτερος άνθρωπος...
Νιώθω τυχερός και ευλογημένος που σας γνώρισα από κοντά και θα είναι πραγματική τιμή να λέω πως ανήκω στους φίλους σας...

( Επειδή ακόμα δεν έχει ετοιμαστεί το φωτογραφικό υλικό, σας στέλνω 2 αγαπημένα τραγούδια από τον Παντελή Θαλασσσινό και τον Ορφέα Περίδη...
Προσέξτε τα λόγια..."Καλύτερα να μη μιλάς, κακές αν κάνεις σκέψεις, μα αν συλλογάσαι όμορφα, είναι χρυσές οι λέξεις...Καλύτερα να μη μιλάς, αν δεν πολυκατέχεις, μα αν ξέρεις, μην κρατάς κρυφό τον θησαυρό που έχεις..." λέει ο Παντελής και ο Ορφέας αποκρίνεται:
"Λένε πως μες στους ουρανούς οι άγγελοι πετάνε, μα εγώ τους βλέπω ζωντανούς στη γη να περπατάνε...")

Αχ, και να ήξεραν οι κάτοικοι της Μακρινίτσας πόσοι άγγελοι περπάτησαν αυτές τις μέρες στην πλατεία και στα καλντερίμια του όμορφου χωριού τους...

>






Έχετε όλοι πολλούς χαιρετισμούς και φιλιά από τη...γοργόνα μου!