Ποτάμια που προέρχονται από της γης τα βάθη
τέκνα πηγών, αδέρφια της βροχής
και του λευκού χιονιού,
κατηφορίζουν προς τη θάλασσα,
άλλα αργά, νωχελικά, στριφογυρίζουν
τη διαδρομή και το τοπίο απολαμβάνοντας
κι άλλα ασυγκράτητα, πολύβουα
κι ορμητικά μες στη βιασύνη τους
από μεγάλους καταρράκτες στα δέλτα της αιωνιότητας
χύνονται παφλάζοντας…
Συναντηθήκαμε, αδερφέ μου, στο μεσοστράτι της ζωής,
σαν τους διαβάτες που έσμιξαν και περπατήσανε παρέα λίγες ώρες,
συνοδοιπόροι ερχόμενοι από αλλού και για αλλού τραβώντας…
Κέρδος ή χάσιμο και για τους δυο μας τούτο το αντάμωμα
ποιος το γνωρίζει;…
Δεν έχω μάθει να μετράω με αριθμούς
την αγωνία, την ελπίδα και τον πόνο μου.
Μου φτάνει μόνο που ήσουν εδώ
για λίγες μέρες ή ώρες τι πειράζει,
που κοιταχτήκαμε ανθρώπινα, που σφίξαμε τα χέρια
και που στηρίξαμε ο ένας του άλλου τον καρπόστο παραπάτημα…
Λόγια δεν έχω άλλα να σου πω,
καλό σου δρόμο,
σαν τα ποτάμια θ’ ανταμώσουμε ξανά σε κάποια θάλασσα,
για την παρέα στο ταξίδι
σ’ ευχαριστώ…



























