Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όσσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Όλα τα Μονοπάτια Ενώνονται πάνω στο Βουνό


Αγάπη ή Επίγνωση ;


Μετά από τον προβληματισμό που έθεσε ο καπετάν Φώτης και προσπαθώντας να επιλέξω το μέγιστο των χαρισμάτων (ανάγκη του νου μας είναι πάντα να επιλέγει) έπεσα πάνω σε μια ομιλία του Όσσο (ποιού άλλου;) που ξεδιάλυνε μέσα μου την απάντηση:


Η ψηλότερη κορυφή είναι το αποκορύφωμα όλων των αξιών: Αλήθεια, αγάπη, επίγνωση, αυθεντικότητα – συνολικά. Αυτές οι ποιότητες είναι αδιαχώριστες στην ψηλότερη κορυφή. Είναι διαχωρισμένες μόνο στις σκοτεινές κοιλάδες του ασυνείδητου μας. Είναι διαχωρισμένες μόνο όταν είναι μολυσμένες, ανακατεμένες με άλλα πράγματα. Τη στιγμή που γίνονται καθαρές, γίνονται ένα. Όσο πιο καθαρές, τόσο πιο κοντά έρχονται η μία με την άλλη.

Για παράδειγμα, κάθε αξία υπάρχει σε πολλά επίπεδα. Κάθε αξία είναι μια σκάλα με πολλά σκαλοπάτια. Η αγάπη είναι πόθος, το κατώτερο σκαλοπάτι – που αγγίζει την κόλαση – και η αγάπη είναι επίσης και προσευχή, το ανώτερο σκαλοπάτι, που αγγίζει τον παράδεισο. Και ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο υπάρχουν πολλά επίπεδα, που είναι ευδιάκριτα.

Στον πόθο, η αγάπη είναι μόνο ένα τοις εκατό. Τα ενενήντα εννέα τοις εκατό είναι άλλα πράγματα: ζήλιες, κτητικότητα, θυμός, σεξουαλικότητα, εγωισμοί. Είναι περισσότερο κάτι σωματικό, κάτι χημικό. Δεν υπάρχει τίποτα βαθύτερο από αυτό. Είναι πολύ επιφανειακό – ούτε καν επιδερμικό.





Όσο ψηλότερα πας, τόσο βαθύτερα γίνονται τα πράγματα. Αρχίζουν να έχουν καινούργιες διαστάσεις. Αυτό που ήταν μόνο σωματικό, αρχίζει να έχει και ψυχολογική διάσταση. Αυτό που ήταν απλώς βιολογικό, γίνεται και ψυχολογικό. Μοιραζόμαστε τη βιολογία με όλα τα ζώα, όχι όμως και την ψυχολογία.

Όταν η αγάπη πηγαίνει ακόμα ψηλότερα – η βαθύτερα, που είναι το ίδιο – τότε αρχίζει να έχει κάτι πνευματικό μέσα της. Γίνεται μεταφυσική. Μόνο ο Βούδας, ο Κρίσνα, ο Χριστός γνωρίζουν αυτή την ποιότητα της αγάπης.

Η αγάπη απλώνεται παντού και το ίδιο συμβαίνει και με άλλες αξίες. Όταν η αγάπη είναι εκατό τοις εκατό αγνή, δεν μπορείς να κάνεις κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στην αγάπη και την συνειδητότητα. Τότε, δεν είναι πια δύο. Δεν μπορείς να κάνεις κανένα διαχωρισμό ούτε ανάμεσα στην αγάπη και τον Θεό. Δεν είναι πλέον δύο. Γι’ αυτό και η δήλωση του Ιησού ότι ο Θεός είναι αγάπη. Τα κάνει συνώνυμα. Υπάρχει μεγάλη ενόραση σ’ αυτό.




Στην περιφέρεια, το κάθε τι εμφανίζεται διαχωρισμένο από το κάθε τι άλλο. Στην περιφέρεια η ύπαρξη έχει πολλές μορφές. Όσο πιο κοντά στο κέντρο έρχεσαι, η πολλαπλότητα αρχίζει να λιώνει, να διαλύεται και αρχίζει να εμφανίζεται το ενιαίο. Το κάθε τι είναι ένα.

Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο και τίποτα κατώτερο. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν δύο αξίες. Υπάρχουν δύο μονοπάτια, που οδηγούν από την κοιλάδα στην κορυφή.

Το ένα μονοπάτι είναι η επίγνωση, ο διαλογισμός, το μονοπάτι του Ζεν. Το άλλο είναι το μονοπάτι της αφοσίωσης, των μπάκτι, των Σούφι. Αυτά τα δύο μονοπάτια είναι διαχωρισμένα όταν αρχίζεις το ταξίδι. Πρέπει να επιλέξεις. Όποιο κι αν επιλέξεις πρόκειται να σε οδηγήσει στην ίδια κορυφή.

Και όσο φτάνεις πιο κοντά στην κορυφή, θα εκπλαγείς: Οι ταξιδιώτες του άλλου μονοπατιού έρχονται πιο κοντά σ’ εσένα. Σιγά – σιγά, τα μονοπάτια αρχίζουν να ενώνονται. Μέχρι να φτάσεις στην κορυφή, έχουν γίνει ένα.




Ο άνθρωπος που ακολουθεί το μονοπάτι της επίγνωσης, βρίσκει αγάπη σαν συνέπεια της επίγνωσης του, σαν υποπροϊόν, σαν σκιά. Και εκείνος που ακολουθεί το μονοπάτι της αγάπης βρίσκει επίγνωση σαν συνέπεια, σαν υποπροϊόν, σαν σκιά της αγάπης. Είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Και να θυμάσαι: Αν η επίγνωσή σου στερείται αγάπης, τότε είναι ακόμα ακάθαρτη. Δεν έχει ακόμα γνωρίσει το εκατό τοις εκατό καθαρότητας. Δεν είναι ακόμα αληθινή επίγνωση. Δεν είναι καθαρό φως.

Πρέπει να υπάρχουν θύλακες σκοταδιού μέσα σου που δουλεύουν ακόμα, λειτουργούν, σε επηρεάζουν, κυριαρχούν πάνω σου. Αν η αγάπη σου είναι χωρίς επίγνωση, τότε δεν είναι ακόμα αγάπη. Πρέπει να είναι κάτι κατώτερο, κάτι πιο κοντά στον πόθο, παρά στην προσευχή.




Άφησέ το λοιπόν, να είναι το κριτήριο: Αν ακολουθείς το μονοπάτι της επίγνωσης, ας είναι η αγάπη το κριτήριο.

Όταν η επίγνωσή σου ξαφνικά ανθίσει μέσα στην αγάπη, ξέρεις απόλυτα ότι η επίγνωση έχει συμβεί, το σαμάντι έχει επιτευχθεί.

Αν ακολουθείς το μονοπάτι της αγάπης, τότε άφησε την επίγνωση να λειτουργήσει σαν κριτήριο, σαν λύδια λίθος. Όταν ξαφνικά, από το πουθενά, στο ίδιο το κέντρο της αγάπης σου, αρχίζει να εμφανίζεται μια φλόγα επίγνωσης, τότε ξέρεις…

Γλέντα το! Έχεις φτάσει στο σπίτι.



Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Θανατολογία...(I)


Επιθυμία και αγώνας για υλικά αποκτήματα, πλούτη και ηδονές…Φιλοδοξία για μεγάλα έργα και υστεροφημία…Ανάγκη για τεκνοποίηση…Άγχος για τη δουλειά, άγχος για τις σχέσεις…Ανασφάλεια και φόβοι μπροστά στην προοπτική της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αρρώστιας…Φόβος για το μέλλον και το άγνωστο…Απέραντη ανία και άγχος για το τίποτα…Εξάρτηση από τα αγαπημένα πρόσωπα…Φανατική προσήλωση σε θρησκευτικά δόγματα και θρησκόληπτες συμπεριφορές…
Τι κοινό μπορεί να έχουν όλα τα παραπάνω;… Μα φυσικά, πίσω από όλες αυτές τις ανθρώπινες επιθυμίες και αδυναμίες κρύβεται ένας τεράστιος ανομολόγητος συγκαλυμμένος φόβος…
Ο φόβος του θανάτου!...

Ναι, καλά καταλάβατε…Θα ξεκινήσουμε ένα μακάβριο ταξίδι, ένα οδοιπορικό σε μονοπάτια διαφορετικά απ’ τα συνηθισμένα…σε περιοχές σκοτεινές και εκτάσεις δύσβατες, άγριες και τρομακτικές ( τουλάχιστον έτσι τις έχει πλάσει η φαντασία του μέσου ανθρώπου, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται απαραίτητα και στην αλήθεια )…
Θα περιπλανηθούμε στον κόσμο των αιώνιων σκιών, εκεί στα πένθιμα υπόγεια βασίλεια του Άδη, όπου εκβάλλουν τα δακρύβρεχτα νερά του ποταμού Αχέροντα, εκεί στη χώρα του “Ποτέ πια”, από όπου κανείς νεκρός ποτέ δε γύρισε, εκτός φυσικά από τον Ιησού Χριστό και τον…Λάζαρο!...
( Οι επισκέψεις του Ηρακλή για τον Κέρβερο, του Ορφέα για την Ευρυδίκη και του Οδυσσέα στη “Νέκυια” της Οδύσσειας δεν υπολογίζονται, αφού όλοι κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο ενώ ήταν ακόμα ζωντανοί…)



Όχι, μην ανησυχήσετε, δε με βρήκε κάποια απρόσμενη συμφορά, ούτε και έγινα ξαφνικά “emo”, απλώς πήρα αφορμή από την ανάρτηση του Δημήτρη στο Ξάνθη Φιλοσοφείν, για τον φίλο που έχασε και σκέφτηκα να συλλέξω πρόχειρα μερικά αποσπάσματα για το θέμα του θανάτου από τη βιβλιογραφία που έχω στη διάθεσή μου.
Μη βιαστείτε να χτυπήσετε ξύλο, να φτύσετε τον κόρφο σας και να αλλάξετε τρομαγμένοι θέμα συζήτησης…Δεν είναι στις προθέσεις μου ούτε να σας τρομοκρατήσω ούτε να σας ψυχοπλακώσω ούτε φυσικά σκοπεύω να παίξω με τυχόν τραύματα και πληγές που όλοι κουβαλάμε από το αντάμωμα με τον σκοτεινό και αδίστακτο καβαλάρη…

Το μόνο που θέλω είναι φωτίσω με τους ασθενικούς μου προβολείς ένα παρεξηγημένο θέμα – ταμπού, που μας έμαθαν από μικρά παιδιά να το αποφεύγουμε, να το φοβόμαστε και να το απωθούμε, επενδύοντάς το με προκαταλήψεις και στερεότυπα αιώνων, μη τολμώντας συχνά ούτε να προφέρουμε το όνομά του. Και θα το λογαριάσω ως κέρδος και προσωπική ικανοποίηση, αν έστω και μία / ένας φίλη / φίλος και συνοδοιπόρος τολμήσει να σηκώσει τα παραμορφωτικά πέπλα και αντικρίσει το φαινόμενο του θανάτου όπως του πρέπει: ίσια κατάματα, με σεβασμό και ανδρεία, αν όχι με ολύμπια αταραξία τουλάχιστον με θλίψη ήρεμη και πειθαρχημένη, έχοντας επίγνωση της αναπόφευκτης αναγκαιότητας, του επιβλητικού μυστηρίου αλλά και των πυλών που μπορεί να μας ανοίξει μια τέτοια υπέρβαση…

Λόγω του εύρους της σχετικής βιβλιογραφίας και της τεράστιας σημασίας του θέματος, αναγκαστικά η ανάρτηση θα ολοκληρωθεί σε 2 ( ίσως και 3 ) μέρη και φυσικά, θα προσεγγίσουμε το θέμα μας ακροθιγώς, αφού θα μπορούσαν να γραφτούν δεκάδες πολυσέλιδοι τόμοι, δίχως και πάλι να επαρκούν για να καλύψουν όλες τις πλευρές και τις προεκτάσεις του.
Φωτισμένοι οδηγοί και πολύτιμοι σύμβουλοι προσανατολισμού σ’ αυτή τη διαδρομή θα σταθούν οι μεγάλες μορφές των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, του Ιησού Χριστού, του Osho, του Χαλίλ Γκιμπράν, του Δημήτρη Λιαντίνη και μερικών ακόμα μυστών, ποιητών, ψυχολόγων και λογοτεχνών.

Ασφαλώς, πολλές ελλείψεις θα επισημανθούν τόσο σε πρόσωπα όσο και σε θρησκείες, φιλοσοφικές σχολές ή ρεύματα. Υπενθυμίζω ότι δεν πρόκειται για διδακτορική διατριβή ( αν και θα με ενθουσίαζε ένα τέτοιο θέμα! ), αλλά για μία πρόχειρη καταγραφή αποσπασμάτων και απόψεων.
Μάλιστα, μου είχε περάσει και η ιδέα να φτιάξω ένα ιστολόγιο, με αποκλειστικό θέμα τον θάνατο, όπου θα μπορούσα να μιλήσω εκτενέστερα και πιο εμπεριστατωμένα.


[Δε θα επιχειρηθεί αυστηρή ιστορική αναδρομή σχετικά με τις απόψεις των στοχαστών γύρω από τον θάνατο. Μία περιληπτική αλλά κατατοπιστική καταγραφή μπορείτε να βρείτε στο Ξάνθη Φιλοσοφείν, από τον προσφάτως εκλιπόντα κ. Νίκο Γεραγά ( το κείμενο του οποίου στάθηκε η αφορμή για την παρούσα ανάρτηση):

http://nekthl.blogspot.com/2010/07/blog-post_14.html ]

…Μα να, ακούω παφλασμό και κουπιά που βυθίζονται στο νερό…και εκεί μακριά, μέσα απ’ την ομίχλη και τους καπνούς, σαν να τον γέννησε η απόκοσμη νύχτα, ξεπροβάλλει αποστεωμένος ο δρεπανηφόρος πορθμέας, ορθός μέσα στη βάρκα του και μοιάζει σαν να μας γνέφει να τον ακολουθήσουμε μέχρι τα παγερά σύνορα της αυτοκρατορίας της σιωπής…


Στην “Επιστολή προς Μενοικέα” (124-125) ο Επίκουρος γράφει:
«…Να συνηθίσεις την ιδέα ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, γιατί κάθε κακό και κάθε καλό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η γνώση του γεγονότος ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας μάς κάνει ικανούς να απολαμβάνουμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ’ αυτήν, αλλά γιατί απομακρύνει τον πόθο της αθανασίας.
Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτε το φοβερό στο ζην για εκείνον που κατανοεί πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό στο να μη ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά γιατί υποφέρει επειδή θα έρθει.
Εκείνο που δε φέρνει ταραχή όταν είναι παρόν, μάταια προξενεί λύπη όταν αναμένεται. Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για μας – στο βαθμό που όσο υπάρχουμε δεν είναι παρών κι όταν πάλι είναι παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε…»


Ασφαλώς, η θεώρηση αυτή πηγάζει από τη βαθιά πεποίθηση του Επίκουρου πως η ψυχή χάνεται μαζί με το σώμα τη στιγμή του θανάτου, επομένως δεν επιζεί κάποια μορφή συνείδησης, που θα μπορεί να νιώσει οδύνη για τη χαμένη ζωή ή νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησε πίσω της. Τις απόψεις αυτές συμμερίζεται και ο συγγραφέας Irwin D. Yalom, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. Υιοθετεί επίσης και την άποψη του Επίκουρου περί “συμμετρίας”, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος σηματοδοτεί την επιστροφή στην κατάσταση της ανυπαρξίας, που προηγήθηκε της γέννησής μας.

Δε μπορούμε να μη θυμηθούμε στο σημείο αυτό τις πρώτες φράσεις της “Ασκητικής” του Νίκου Καζαντζάκη:

« Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε “ζωή”…»

Γενικά, η αρχαιοελληνική στάση ζωής συμβουλεύει: αντιμετώπισε το αναπόφευκτο τέλος ψύχραιμα και πειθαρχημένα, με θάρρος, μελαγχολία και εγκαρτέρηση, δίχως μάταιες παρηγοριές και θρήνους ανώφελους.

Όπως λέει και ο Δημ. Λιαντίνης στα “Ελληνικά”:

«…όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη. Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, όραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος. Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει…
Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των ελλήνων σε τέχνη είναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαξε το ποιο και την υφή της. Τη μετέτρεψε από άρνηση σε δύναμη και από εγκατάλειψη σε καρτερία.
Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος…» ( σελ. 120 ).


Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το δελφικό απόφθεγμα που μας θυμίζει να αφήνουμε τη ζωή δίχως λύπη: Τελευτών άλυπος .

Ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αινιγματικά αποσπάσματά του λέει:
« Θάνατος είναι όσα βλέπουμε όταν είμαστε ξύπνιοι και ύπνος όσα βλέπουμε όταν κοιμόμαστε. ».
Το απόσπασμα αυτό το ερμηνεύει ο Ινδός μύστης Osho στην “Κρυμμένη αρμονία” ως εξής:

« Όταν είσαι ξύπνιος, αντικρίζεις τον θάνατο σε κάθε σου βήμα και ίσως γι’ αυτό δημιουργείς ένα σύννεφο από όνειρα, αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, για να μην αναγκαστείς να αντιμετωπίσεις το φοβερό μυστήριο. Όμως έτσι, δε συνειδητοποιείς πως όσο περισσότερο εμβαθύνεις στον θάνατο τόσο περισσότερο εμβαθύνεις, καταλαβαίνεις και εκτιμάς τη ζωή. Γιατί αυτά τα δύο είναι ένα, μία ενότητα αξεχώριστη.
Μοιάζει παράδοξο, όμως τα αντίθετα αλληλοσυμπληρώνονται και πάλι. Αποφεύγεις τον θάνατο και μένεις νεκρός. Τον αντιμετωπίζεις και ζωντανεύεις! » (σελ. 78 )



Και συνεχίζει ο Osho:
« Τη στιγμή που θα κοιτάξεις τον θάνατο τόσο βαθιά, τόσο έντονα, που θ’ αρχίσεις να νιώθεις ότι πεθαίνεις…τότε έρχεται η κρίση.
Αυτό είναι ο σταυρός του Ιησού, η κρίση του θανάτου. Αυτή τη στιγμή πεθαίνεις στον ένα κόσμο – στον κόσμο του οριζόντιου, στον κόσμο του νου – και ανασταίνεσαι σ’ έναν άλλο κόσμο…στον κόσμο της Αλήθειας…Πέθανε στο χρόνο για να αναστηθείς στην αιωνιότητα. Πέθανε στο νου για να αναστηθείς στη συνειδητότητα. Πέθανε στη σκέψη για να γεννηθείς στη γνώση…» ( σελ. 78-79 )


Αλλά και το δημοτικό μας τραγούδι έχει εκφράσει με τρόπο απαράμιλλο τον βαθύ πόνο του λαού μας από το χτύπημα του δρεπανιού του Χάροντα:

Καλότυχά είναι τα βουνά, καλότυχοι είν’ οι κάμποι,
που Χάρο δεν ακαρτερούν, φονιά δεν περιμένουν,
μόν’ περιμένουν άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίσουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Παρακαλώ σε, μάνα μου, μια χάρη να μου κάμεις.
Ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνεις μοιρολόγι,
γιατί δειπνάει ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του.
Κρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω
κι άκουσα τη φωνούλα σου κι εσπάραξε η καρδιά μου
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβήστη
και στάζει η στάλα του κεριού μες στους αποθαμένους:
καίει των νυφάδων τα χρυσά των νιώνε τα στολίδια.
Θυμώνει ο Χάρος μετά με, στη μαύρη γης με ρίχνει,
το στόμα μ’ αίμα γιόμισε, τ’ αχείλι μου φαρμάκι.


Η ΛΥΓΕΡΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ένας να βγει την άνοιξη κι άλλος το καλοκαίρι
κι ο τρίτος το χινόπωρο μαζί με τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί με χέρια σταυρωμένα:
- Για πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνω Κόσμο.
- Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη,
βροντομαχούν τα ρούχα σου κι αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο, θα μας ακούσει ο Χάρος.


Στη νεοελληνική λογοτεχνία, δύσκολα θα βρει κανείς άλλον ποιητή που να έχει συνδέσει τόσο το όνομά του με τον θάνατο όσο τον Κώστα Καρυωτάκη, που σφράγισε τη ζωή και το έργο του με την αυτοκτονία του στην Πρέβεζα το 1928 ( σαν σήμερα, μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1928 αυτοπυροβολήθηκε κάτω από έναν ευκάλυπτο στην παραλία του Αγ. Σπυρίδωνα στην Πρέβεζα ).

Αν διαβάσει κανείς τα άπαντα του Καρυωτάκη, θα βρει δεκάδες ποιήματα που μιλούν για τάφους, μαρασμό, θλίψη, φέρετρα, ματαιότητα, κηδείες και πένθος. Ένα από τα αγαπημένα μου όμως είναι αυτό που μιλά για τον θάνατο δίχως να αναφέρει καν λέξεις μακάβριες, παρά τον συμβολίζει με καράβι που φεύγει για το τελευταίο του ταξίδι…

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!

Να ‘μουν στην πλώρη σου ή
θελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.


Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας, πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!



Κλείνοντας το πρώτο μέρος του αφιερώματος, θα αφήσουμε να μας μιλήσει για την εμπειρία του και τα μαθήματα που πήρε από τη γνωριμία του με τον θάνατο ένας επιζών των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο Martin Grey, που ξανάχτισε τη ζωή του μετά τον πόλεμο για να δει τη γυναίκα και τα παιδιά του να χάνονται σε μια φοβερή πυρκαγιά.
Τσακισμένος από τη μοίρα και αφού κατάφερε να ξεπεράσει την παρόρμησή του να αυτοκτονήσει, αποφάσισε να λυτρωθεί από τους εφιάλτες του, γράφοντας την τραγική του ιστορία ( “Στ’ όνομα όλων των δικών μου”) με σκοπό να δώσει θάρρος και δύναμη σε όσους είχαν πάψει πια να πιστεύουν στη δύναμη και την ομορφιά της ζωής. Στο δεύτερο έργο του ( “Το βιβλίο της ζωής” ), μάς λέει:


«Πιστός στους νεκρούς μένει μονάχα αυτός που δε φυλακίζεται μες στον πόνο του. Πρέπει να συνεχίζει κανείς να χαράζει τ’ αυλάκι του ίσιο και βαθύ. Όπως θα το έφτιαχναν οι ίδιοι. Όπως θα το ‘φτιαχνε κι αυτός μαζί τους. Γι’ αυτούς.
Πιστός στους νεκρούς σημαίνει να ζεις σα να ‘ταν κι αυτοί ζωντανοί. Και να τους κάνεις να ζουν μέσα σου. Και να μεταδίδεις στους άλλους το μήνυμά τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους. Σ’ ένα παιδί, σ’ έναν αδερφό ή σε ξένους, στους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Τότε και η λειψή ζωή των χαμένων θα βλασταίνεται ατέλειωτα. » ( σελ. 151 )


« Ο άνθρωπος είναι θνητός. Η προσωπική ζωή τελειώνει μια μέρα. Αυτοί που αγαπά κανείς πεθαίνουν. Υπάρχουν όμως πάντα παιδιά που γεννιούνται. Υπάρχουν οι άνθρωποι, τούτη η ζωή από χιλιάδες πρόσωπα που συνεχίζεται και αναπτύσσεται. Υπάρχουν κι οι άλλοι, όσοι μένουν, όσοι γεννούνται, το σύνολο των ανθρώπων που συνεχίζει τη ζωή όσων πέθαναν.
Ο θάνατος δε μπορεί να νικηθεί παρά μονάχα απ’ την αδερφικότητα με τους άλλους. Δεν πεθαίνω επειδή ακριβώς αποτελώ μέρος μιας ζωντανής ολότητας. Βέβαια μια τέτοια γνώση δε γιατρεύει καθόλου την πληγή που είναι ο θάνατος των άλλων.
Ο θάνατος είναι πάντα η μεγάλη δοκιμασία. Το κενό που ανοίγεται άξαφνα κάτω απ’ τα πόδια μας. Το να τ’ αποφεύγουμε δε χρησιμεύει σε τίποτα. Πρέπει να μάθουμε να το παρατηρούμε. Και να το περιγράφουμε…» ( σελ. 154-155)


« Πρέπει να βλέπουμε τον θάνατο με μάτια ανοιχτά επειδή ακριβώς είναι αναπόφευκτος. Να μην τον φοβόμαστε, να μην παραιτούμαστε μπροστά του. Να τον δεχόμαστε και να τον πολεμάμε. Και ν’ αφήνουμε μέσα μας να γεννιέται η σοφία όταν φτάνει η στιγμή. Χτυπάει γύρω μας αδιάκριτα: τα πλάσματα που θερίζει εξακολουθούν να ζουν μέσα στη μνήμη αυτών που απομένουν. Εξακολουθούν να ζουν, επειδή το σύμπαν αποτελεί μια αιωνιότητα που μεταμορφώνεται.

Ο άνθρωπος δεν είναι άλλο παρά εν’ απειροελάχιστο τμήμα απ’ αυτό το σύμπαν κι απ’ αυτή την αιωνιότητα. Όπως ακριβώς το σύμπαν, μεταμορφώνεται κι αυτός. Ο θάνατός του, το σημείο αυτό όπου σπάζει η ζωή, είν’ ένα πέρασμα. Επειδή η ζωή μες στο σύμπαν δε σταματά: είναι αιώνια.
Κι ο θάνατος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το τέρμα μιας μορφής της ζωής, που ξαναγεννιέται αλλού κάτω από χίλιες δυο μορφές άλλες. » ( σελ. 161-162 )

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Μπορείς να ανθίσεις ;


Τι συμβαίνει
όταν ανθίζει ένα λουλούδι
στο βάθος του δάσους
και κανένας δεν το βλέπει,
κανένας δεν ξέρει το άρωμά του,
κανένας δεν περνάει δίπλα του,
σχολιάζοντας «τι όμορφο!»
κανένας δεν γεύεται την ομορφιά του,
τη χαρά του,
κανένας δεν το μοιράζεται ;




Τι συμβαίνει στο λουλούδι ;
Υποφέρει ;
Παθαίνει πανικό ;
Αυτοκτονεί ;
Το λουλούδι εξακολουθεί να ανθίζει.
Δεν έχει καμιά διαφορά είτε περνάει κάποιος είτε όχι.
Το λουλούδι εξακολουθεί να σκορπίζει το άρωμά του στους ανέμους.
Εξακολουθεί να προσφέρει τη χαρά του στο Θεό,
στο Όλο.


Τη στιγμή που αισθάνεσαι
Ότι δεν είσαι εξαρτημένος
από κανέναν,
εδραιώνεται μέσα σου μια βαθιά δροσιά
και μια βαθιά σιωπή,
μια χαλάρωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάς
να ερωτεύεσαι.



Αντίθετα, για πρώτη φορά γνωρίζεις
μια καινούργια ποιότητα,
μια καινούργια διάσταση του έρωτα :
Έναν έρωτα που δεν είναι πια βιολογικός,
έναν έρωτα που είναι πιο κοντά στη φιλία,
από οποιαδήποτε σχέση.
Ο έρωτάς σου γίνεται περισσότερο
σαν μια αύρα γύρω σου,
την οποία μπορείς να τη μοιραστείς με τον καθένα,
ακόμα και με έναν ξένο.




Στην πραγματικότητα, μοιράζεσαι
Χωρίς να κάνεις τίποτα.
Γίνεται η ίδια σου η φύση.
Είσαι έρωτας.
Στο παρελθόν, ερωτευόσουν έναν άνθρωπο.
Τώρα δεν ερωτεύεσαι κανέναν.
Είσαι έρωτας.




Όπου βρίσκεσαι,
μεταφέρεις το άρωμά σου.
Όπου βρίσκεσαι,
μεταφέρεις το φρέσκο σου αεράκι,
τη χαλαρή δροσιά σου.
Και θα νιώθεις τρομερά ελεύθερος.




Διαβάστε σχετικά με το θέμα
στην όμορφη ανάρτηση της Πεταλούδας με τίτλο :

Όσσο, εγωισμός και ερωτικά τραγούδια
http://feneritti.blogspot.com/2010/05/blog-post.html



Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό ...

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Πτωχοί τω πνεύματι...


Με έμπνευση από τις πολύ όμορφες αναρτήσεις της Ειρήνης στο «Με τα φτερά της ψυχής»

Να ξαναγίνουμε παιδιά
.
και του καπετάν Φώτη στα «Εσωτερικά Μονοπάτια»

Των παιδιών το γέλιο
.
γράφτηκαν οι σημερινές σκέψεις
.

Ήμασταν την προηγούμενη Κυριακή σε ένα παιδότοπο στο πάρτυ του παιδιού ενός φίλου. Σε κάποια στιγμή είδα τον γιο μου να μαλώνει με ένα άλλο αγόρι

«Είσαι χαζός!»
«Αλήθεια ; Εσύ είσαι πολύ πιο χαζός!»
«Όχι τόσο όσο εσύ και να φύγεις από δω, δεν σε ξαναπαίζω» του είπε σπρώχνοντας τον ο πεντάχρονος γιος μου.
«Ούτε εγώ σε ξαναπαίζω ποτέ και δεν σε έχω φίλο» απάντησε ο εξάχρονος φίλος του.


Τα παιδιά απομακρύνθηκαν το ένα από το άλλο. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τον καφέ μου και πρόσεξα ότι σαν να μη συνέβη τίποτα τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα και πάλι μαζί. Είχαν ξεχάσει εντελώς το επεισόδιο. Ούτε μούτρα, ούτε πληγωμένος εγωισμός, ούτε σκάλισμα του παρελθόντος, ούτε αντεγκλήσεις. Μετά από μια σύντομη ανταλλαγή αρνητικών συναισθημάτων και ένα ακόμη πιο σύντομο χρονικό διάστημα για να ξεθυμάνουν, τα παιδιά είχαν ξεχάσει τα πάντα.

Αυτό είναι που μας λείπει σκέφτηκα! Τι θα γινόταν αν στη θέση τους ήταν δύο μεγάλοι. Το πιθανότερο ήταν να πνίξουν το θυμό τους, να τον σπρώξουν βίαια στο υποσυνείδητό τους και να συνεχίσουν να τον κουβαλούν μαζί τους από κει και πέρα. Το σπίτι όμως δεν καθαρίζει αν σπρώξουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί …



Τα παιδιά ζουν τόσο έντονα την κάθε στιγμή και φροντίζουν να εκδηλώσουν απόλυτα κάθε συναίσθημα θετικό ή αρνητικό έτσι ώστε να μην χρειάζεται να ανατρέχουν σ’ αυτό. Η στιγμή έχει περάσει κι έχει μείνει πίσω. Το παιδί δε θα ασχοληθεί πια με το παρελθόν. Κάπου στο δρόμο προς την ενηλικίωση φαίνεται ότι γινόμαστε ειδικοί στο να κρατάμε κακία, να υπερπροστατεύουμε το ευάλωτο Εγώ μας και να μην συγχωρούμε. Αποθηκεύουμε στη μνήμη μας λάθη και αδικίες και είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τα χρησιμοποιήσουμε σαν πυρομαχικά. Γινόμαστε επιδέξιοι αντιρρησίες, με ακλόνητη άποψη για το τι είναι σωστό. Είμαστε αποφασισμένοι να κερδίσουμε την κάθε μάχη, κι όταν την χάνουμε αρχίζουμε αμέσως να σχεδιάζουμε την εκδίκηση μας.


Ας δούμε όμως και τη γνώμη του σοφού δάσκαλου Όσσο :

Την ημέρα που το παιδί αρχίζει να γίνεται γνώστης, χάνει τον Παράδεισο. Για λίγο διάστημα το παιδί ζει μέσα στον κήπο της Εδέμ. Δεν γνωρίζει τίποτα, είναι μη νους. Απλώς υπάρχει από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν έχει έγνοιες. Όταν νιώθει πεινασμένο κλαίει, όταν νιώθει ικανοποιημένο κοιμάται, όταν είναι θυμωμένο ουρλιάζει. Δεν έχει όμως καμιά ιδέα για τίποτα. Ούτε επαινεί με το χαμόγελο ούτε επικρίνει με το κλάμα, ούτε αισθάνεται ντροπή όταν κλαίει, ούτε αισθάνεται περηφάνια, επειδή σήμερα ήταν καλό παιδί. Δεν γνωρίζει τίποτα για όλες αυτές τις ανοησίες. Δεν γνωρίζει ούτε το καλό ούτε το κακό ούτε κανενός είδους διακρίσεις. Ζει σε πλήρη ένωση με την πραγματικότητα και με οτιδήποτε συμβαίνει.


Σιγά-σιγά θα γίνει γνώστης, θα αρχίσει να μαθαίνει πράγματα. Τώρα έχει αρχίσει να τρώει τον καρπό του δέντρου και αργά ή γρήγορα ο παράδεισος θα εξαφανιστεί.

Θα συνεχίσουν να υπάρχουν παραλίες, μα δε θα είναι πια όμορφες. Θα συνεχίσουν να πετούν πεταλούδες, μα δε θα τις βλέπει πια. Θα συνεχίσουν να ανθίζουν λουλούδια, μα το παιδί δε θα τα βλέπει πια. Τώρα θα είναι πολύ απασχολημένο με το διάβασμα. Τώρα το μόνο που υπάρχει είναι αριθμητική, γεωγραφία, ιστορία, Μια στο τόσο, το παιδί ακούει ένα πουλί να κελαηδάει αλλά μόνο μια στο τόσο. Κι ολόκληρη η κοινωνία προσπαθεί να το απομακρύνει από εκείνο το κελάηδημα.


Ο δάσκαλος θα πει : «Κοίταξε στον πίνακα! Συγκεντρώσου» Το παιδί ήταν πράγματι συγκεντρωμένο. Το κελάηδημα του πουλιού ήταν τόσο όμορφο! Το παιδί ήταν απόλυτα συγκεντρωμένο κι ο δάσκαλος το απέσπασε. Τώρα πρέπει να κοιτάξει στον πίνακα κι εκεί δεν υπάρχει τίποτα να δει. Σιγά-σιγά, τα καταφέρνουμε να αποσπάσουμε το παιδί από το κελάηδημα του πουλιού.

Η αποπομπή δεν γίνεται από το Θεό, αλλά από την κοινωνία. Η κοινωνία σέρνει κάθε Αδάμ και κάθε Εύα έξω από τον κήπο της Εδέμ. Και από τη στιγμή που έχεις μπει στο κεφάλι για τα καλά, είναι πολύ δύσκολο να μπεις και πάλι μέσα σε κείνη την αγνότητα, σ’ εκείνη την Αγνή Γη του παραδείσου. Οι δάσκαλοι του Ζεν λένε, όπως ακριβώς είπε και ο Ιησούς : Αν δεν γίνετε σαν τα μικρά παιδιά, δεν θα μπείτε στο Βασίλειο του Θεού.



Ένας χριστιανός ιεραπόστολος πήγε σε ένα δάσκαλο του Ζεν και άρχισε να διαβάζει την Επί του Όρους Ομιλία. Ο δάσκαλος του Ζεν άκουγε και είπε : «Όποιος το έχει πει αυτό, πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά στη βουδική φύση». Ο δάσκαλος του Ζεν δεν είχε ποτέ ακούσει τίποτα για τον Χριστό και δεν είχε διαβάσει ποτέ τη Βίβλο. Κι όταν ο ιεραπόστολος διάβασε : «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ο δάσκαλος του Ζεν είπε: «Τώρα σταμάτα. Τώρα δεν χρειάζεται να διαβάσεις τίποτε άλλο. Όποιος το έχει πει αυτό είναι Βούδας.»

«Πτωχοί τω πνεύματι» σημαίνει απλώς χωρίς νου. «Πτωχοί τω πνεύματι» σημαίνει κενό. Όλες οι σκέψεις έχουν εξαφανιστεί. Τότε βρίσκεσαι και πάλι στον Παράδεισο.



Αρκετά ταλαιπωρήσαμε το μυαλό μας με πολύπλοκες σκέψεις, με τύψεις, με αμφιβολίες, με ενοχές του παρελθόντος και ανησυχίες του μέλλοντος. Η στάση μας αυτή υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης στο Σύμπαν και την Ύπαρξη από την οποία προερχόμαστε.

Στην ουσία πάντα ήμασταν και θα παραμείνουμε παιδιά. Ας προσπαθήσουμε να ξαναανακαλύψουμε αυτήν την παιδικότητά μας
.
.
.
σσσσσσσσσσ...
.
.
.
Καληνύχτα !!!
.


Συνοδοιπόροι (στον ύπνο) είμαστε με τον ίδιο προορισμό...

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Έρωτας



«Είσαι ερωτευμένος ;» με ρώτησε σήμερα το πρωί μια φίλη μου

«Ναι», της απάντησα χαριτολογώντας,
«είμαι ερωτευμένος με το ΣΥΜΠΑΝ»

Το απόγευμα το σύμπαν φρόντισε έτσι ώστε να πέσει στα χέρια μου το εκπληκτικό παρακάτω κείμενο του Όσσο για τον έρωτα.




Ο έρωτας δε θα έπρεπε να είναι κτητικός, δε θα έπρεπε να είναι αποκλειστικός, θα έπρεπε να είναι περιεκτικός. Μόνο όταν ο έρωτας είναι περιεκτικός, θα γνωρίσεις τι είναι έρωτας.

Όταν ο έρωτας είναι αποκλειστικός – αποκλειστικός προς έναν άνθρωπο – τότε στενεύει τόσο πολύ που θα τον σκοτώσεις. Καταστρέφεις την απεραντοσύνη του. Προσπαθείς να βάλεις ολόκληρο τον ουρανό μέσα σε ένα μικρό χώρο, που δεν μπορεί να τον εμπεριέχει. Θα έπρεπε κανείς να είναι απλώς ερωτευμένος.


Ο έρωτας δε θα έπρεπε να είναι σχέση, αλλά μια κατάσταση του ΕΙΝΑΙ. Κι όποτε ερωτεύεσαι μέσα από τον έναν, είσαι ερωτευμένος με το όλο. Και αν ο έρωτας σου έχει συμβεί πραγματικά, ξαφνικά θα βρεις ότι έχεις αρχίσει να είσαι ερωτευμένος με τα δέντρα και τα πουλιά και με τον ουρανό και με τους ανθρώπους.

Όταν είσαι ερωτευμένος με έναν άνθρωπο, τι ακριβώς σημαίνει ; Όταν είσαι ερωτευμένος με μια γυναίκα, είσαι ερωτευμένος με όλες τις γυναίκες. Αυτή η μία γυναίκα είναι απλώς η αντιπρόσωπος, η μία γυναίκα είναι απλώς ένα παράδειγμα όλων των γυναικών που υπήρξαν, που υπάρχουν και θα υπάρξουν.



Η μία γυναίκα είναι απλώς μια πόρτα προς τη γυναικεία φύση. Η γυναίκα όμως δεν είναι μόνο γυναίκα, είναι και άνθρωπος. Έτσι έχεις ερωτευτεί και όλους τους ανθρώπους. Και η γυναίκα δεν είναι μόνο άνθρωπος, είναι και όν. Έτσι έχεις ερωτευτεί όλα τα όντα.

Από τη στιγμή που ερωτευτείς, θα εκπλαγείς, που η ενέργεια σου απελευθερώνεται στα πάντα. Αυτό είναι αληθινός έρωτας.



Ο κτητικός έρωτας δεν είναι αληθινός έρωτας. Είναι τόσο στενός, που πνίγεται και πνίγει και τον άλλον άνθρωπο. Αυτή είναι η κατάσταση μέχρι τώρα.

Ο έρωτας δεν υπήρξε ποτέ περιεκτικός. Έχεις διδαχτεί τον αποκλειστικό έρωτα. Ο έρωτας όμως μπορεί να είναι περιεκτικός. Μπορείς να ερωτευτείς ολόκληρο τον κόσμο.


Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό ...