

Η θέση του Rilke είναι ξεκάθαρη: ο θάνατος κάποιου αγαπημένου είναι μία από τις συγκλονιστικότερες εμπειρίες της ζωής, μέσω της οποίας δοκιμαζόμαστε, μαθαίνουμε τον εαυτό μας, ωριμάζουμε και μάς δίνεται η ευκαιρία να υπερβούμε την πρόσκαιρη θνητή φύση μας και να αντικρίσουμε τη ζωή στην ολότητά της. Προσέξτε τη λεπτότητα των εκφράσεων και τη μουσικότητα της ποίησης που αναδύεται μέσα από τον προσεγμένο και εμπνευσμένο λόγο του:
“Όσον αφορά εμένα, ό,τι δικό μου πέθανε, πέθανε βυθιζόμενο, θα λέγαμε, μες στην ίδια μου την καρδιά: όταν αναζητούσα τον άνθρωπο που είχα χάσει, εκείνος ανασυγκροτούνταν μέσα μου τόσο ιδιότυπα και τόσο αιφνιδιαστικά, ήταν δε τόσο συγκινητικό να νιώθω πως βρισκόταν πλέον μόνο εκεί, πως η λαχτάρα μου να υπηρετήσω την εκεί ύπαρξή του, να εμβαθύνω σ’ αυτήν και να την εγκωμιάσω, έπαιρνε το πάνω χέρι σχεδόν την ίδια στιγμή που υπό άλλες συνθήκες ο πόνος θα είχε ήδη επιτεθεί στην ψυχή μου και θα την είχε ερημώσει…ο θάνατος όμως είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη φύση της αγάπης, που διόλου δεν την αντικρούει (φτάνει μονάχα να μη μας μπερδεύουν οι ασχήμιες και οι υποψίες που του έχουν φορτώσει). Εξάλλου, πού αλλού θα μπορούσε να απωθήσει εκείνος αυτό το Ένα, που άφατο το κρατήσαμε στην καρδιά μας, αν όχι μέσα στην ίδια αυτή καρδιά; Πού αλλού αν όχι μέσα μας θα ήταν πιο ασφαλής η «ιδέα» τούτου του αγαπημένου πλάσματος, η ακατάπαυστη επενέργεια, η ανέκαθεν κρυφή επίδρασή του;…”

“Όπως η σελήνη έτσι και η ζωή πρέπει σίγουρα να έχει και μια πλευρά πάντα σκοτεινή για μας, που δεν είναι το αντίθετό της, αλλά το κομμάτι εκείνο που τη συμπληρώνει οδηγώντας τη στην ολοκλήρωση, στην αρτιότητα, στην αληθινή, ακέραιη και πλήρη σφαίρα του είναι…ο θάνατος δεν υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, είναι απλώς το σημάδι στο χείλος του δοχείου: κάθε φορά που το φτάνουμε, είμαστε πλήρεις…Δεν εννοώ πως πρέπει να αγαπάμε τον θάνατο, τη ζωή όμως πρέπει να την αγαπάμε τόσο γενναιόδωρα, χωρίς υπολογισμούς και επιλεκτικότητα, έτσι ώστε να τον συμπεριλαμβάνουμε και αυτόν στο διηνεκές, να τον αγαπάμε μαζί της (αυτόν που είναι η σκοτεινή πλευρά της), έτσι όπως συμβαίνει άλλωστε κάθε φορά μες στις πλατιές κινήσεις της αγάπης, που είναι ασυγκράτητες και δεν γνωρίζουν σύνορα! Μόνο και μόνο επειδή σε μιαν απρόσμενη ροπή της σκέψης μας τον αποκλείσαμε, άρχισε ο θάνατος να μας φαίνεται όλο και πιο ξένος και επειδή τον κρατήσαμε αποξενωμένο, έγινε εχθρός μας…Προκατειλημμένοι καθώς είμαστε εναντίον του θανάτου, δεν καταφέρνουμε να τον απελευθερώσουμε απ’ τις παραμορφώσεις του…”
“Αχ, μόνον εκείνος που ποτέ δε μας ανήκε μπορεί να φύγει από κοντά μας…Μην πιστέψετε πως ό,τι ανήκε στις πιο αυθεντικές εκδοχές της πραγματικότητάς μας μπορεί έτσι απλά να ακυρωθεί, να πάψει να υφίσταται…Όλες οι ουσιαστικές μας σχέσεις, όλα τα βαθιά βιώματά μας διαπερνούν το Όλο και τη ζωή και τον θάνατο, πρέπει να ζήσουμε και στα δύο, να νιώθουμε βαθιά εξοικειωμένοι και στα δύο…Αυθεντικοί κι αγνοί είμαστε μόνον όταν συγκατανεύουμε στο Όλο, σ’ αυτό που ακόμη δεν έχει κριθεί, στο μεγάλο, στο μέγιστο.”

“Μια απώλεια τόσο σημαντική, που ξεπερνά κάθε μέτρο, μας εισάγει ουσιαστικά στο Όλον. Ο θάνατος δεν είναι παρά ένα αμείλικτο μέσον προκειμένου να εξοικειωθούμε και με την αθέατη πλευρά της ύπαρξής μας…Το πένθος μας έχει εξάλλου το παράξενο προνόμιο να λειτουργεί ως ολοκληρωμένη μάθηση, επίτευξη, αυθεντική και απόλυτη συνειδητοποίηση…”
“Ο θάνατος είναι μια αξία τόσο απερίγραπτη, άμετρη, ώστε ο Θεός να του επιτρέπει να μας βρίσκει πάντοτε, ακόμη και με τους πιο ανόητους τρόπους, μόνο και μόνο γιατί δε δύναται να μας προσφέρει τίποτε σπουδαιότερο…”
“…πράγματι, για να ζήσουμε πρέπει να πιστεύουμε πως μέσα σε καθετί κακό κρύβεται μια γνήσια ευεργεσία που εμείς, τυφλοί όντες, θα την κλοτσούσαμε πέρα, αν μας είχε προσφερθεί χωρίς ετούτη την επώδυνη μεταμφίεση…”

“Ο θάνατος, κυρίως όταν βιώνεται πλήρως, δεν απομένει ποτέ ως εμπόδιο στη ζωή όσων επιβιώνουν. Διότι η βαθύτερη υπαρξιακή ουσία του δεν αντιτίθεται σε μας και, όπως μπορεί να μαντέψει κανείς κάποιες στιγμές, γνωρίζει για τη ζωή περισσότερα απ’ όσα εμείς ξέρουμε, ακόμη και στις στιγμές της μεγαλύτερης ζωτικότητάς μας. Εγώ πάντοτε υποστηρίζω πως ένα τέτοιο βάρος, με όλη την τρομακτική πίεση που μπορεί να ασκήσει, έχει επωμισθεί κατά κάποιον τρόπο το καθήκον να μας βυθίσει σ’ ένα βαθύτερο εσωτερικό στρώμα της ζωής, ώστε να βλαστήσουμε κατόπιν από μέσα του ακόμη πιο γόνιμοι…”
“Οι βαθύτερες εμπειρίες της ζωής μου επέδρασαν σωρευτικά, κάνοντάς με να δεχτώ τον θάνατο ως άλλο μέρος της τροχιάς, που τις ιλιγγιώδεις καμπές της ακολουθούμε ανίκανοι να σταματήσουμε έστω και για ένα λεπτό. Κλίνω ολοένα και περισσότερο, ευρισκόμενος σε κατάσταση προσωρινότητας, προς μια συναίνεση με τούτο το Όλον, εκεί που υπάρχει εντεινόμενη αλληλοδιείσδυση και σύντηξη μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο άγγελος των καταφάσεών μου στρέφει προς τον θάνατο ένα πρόσωπο που ακτινοβολεί…Νιώθω τόσο ίδιος στο σώμα και στην ψυχή και, μόλις συγκατανεύσω ολοκληρωτικά στις αναγκαίες μεταβολές και σε όλους τους αποχαιρετισμούς που μας επιβάλλει ο κυρίαρχος ρυθμός, βλέπω την ομίχλη όλων αυτών των μεταβολών να διαλύεται χάρη στη φλόγα μας, που άσβεστη τη διαπερνά…”
Περνώντας στη μελέτη του Λιαντίνη “Έξυπνον Ενύπνιον. Οι ελεγείες του Duino του Rilke”, ακούμε τον καθηγητή να συμφωνεί με τις παραπάνω απόψεις του ποιητή:
“…Ο απλός άνθρωπος αντιμετωπίζει τον θάνατο με απόγνωση. Τον διαχωρίζει στεγανά από τη ζωή και ταυτίζει το νόημά του με την απόλυτη άρνηση…Η υπεύθυνη θέση του μπροστά στην ωμή παρουσία του φρικτού γεγονότος διολισθαίνει στην ανακουφιστική διαφυγή της προσωπικής σωτηρίας. « Ο γείτονας απέθανε », συλλογάται κανείς, « εγώ όμως ζω και η δική μου ώρα απέχει ακόμη…Η αλήθεια μου είναι η λήθη του θανάτου μου »…Η λήθη της φοβερής γνώσης ελευθερώνει την αλήθεια της χαρούμενης πλάνης…Εάν αυτή η συνετή ολιγωρία δίνει στον απλό άνθρωπο συνεχώς την ευκαιρία αναβολής και μετάθεσης, ουσιαστικά δεν θεραπεύει, αλλά κακοφορμίζει το πρόβλημα….”

“Αγρυπνία θανάτου σημαίνει κατάσταση εξόδου από τον ύπνο της ζωής…[Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Ηράκλειτου για τους ξύπνιους και τους κοιμισμένους]…Ο ολοφυρμός των ζωντανών μπροστά σ’ ένα νεκρό εκφράζει την οδυνηρή τους γνώση για την απουσία της ζωής από το πτώμα, στο βαθμό που εκφράζει την οδυνηρή τους άγνοια για την παρουσία θανάτου στον ίδιο τον εαυτό τους…Εάν ο θάνατος ενσκήπτει σαν γεγονός βίαιο και τραχύ (factum brutum) και αποσβολώνει την ανθρώπινη εμπειρία, τούτο δεν οφείλεται στη φύση του θανάτου, αλλά στη στάση του ανθρώπου. Δεν είναι βάναυσος ο θάνατος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται ο άνθρωπος τη ζωή είναι αδέξιος και σκαιός.”
“Είναι περίεργο ότι ο άνθρωπος προκειμένου να κατακτήσει το φαινόμενο της ζωής του, ίδρυσε πλήθη επιστημών και παράλειψε να προχωρήσει στην οργάνωση της πιο σημαντικής, της επιστήμης του θανάτου. Πώς ημπορεί να κατανοηθεί το ότι ομάδες ατελείωτες ερευνητικών δραστηριοτήτων μελετούν διασπασμένα και πενιχρά τα ασυνάρτητα τμήματα της ζωής και δεν υπάρχει ακόμη ως επιστήμη η μελέτη θανάτου, της οποίας η έρευνα αναγκαία αναφέρεται στην ολότητα της ζωής;…Έχει κανείς στην ιδιοκτησία του τον θάνατό του, ένα μεταλλείο πολύτιμης ουσίας και αιωνιότητας και το αφήνει να οξειδώνεται στην αργία…
Εάν στα σημερινά πανεπιστήμια του κόσμου δεν υπάρχει ούτε μία έδρα διδασκαλίας του θανάτου, της επιστήμης που θα την ονομάζαμε θ α ν α τ ο λ ο γ ί α και εάν η σημερινή πανεπιστήμη είναι ancilla της ειδωλικής ζωής, «ειδωλοποιεί τα είδωλα» όπως θα έλεγε ο Πλάτων, στα παιδευτήρια του μετα-ιστορικού ανθρώπου είναι βέβαιο ότι όλες οι επιστήμες θα μελετούν και θα θεραπεύουν τον θάνατο. Αυτού του είδους η πνευματική ενέργεια θα αποτελέσει την εγγύηση για την υγεία της ιστορίας. Η φαντασία του καλλιτέχνη ημπορεί να ιστορήσει από τώρα την εικόνα του Rilke στους ναούς του μέλλοντος. Περισσότερο φωτεινή από το πρόσωπο του Ηράκλειτου στις βιβλιοθήκες και λιγώτερο κακοποιημένη από τη μορφή του Ιησού στις εκκλησίες του καιρού μας.”

Εκείνη λοιπόν τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της κόλασης…Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί, την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;…”
Κλείνοντας το δεύτερο μέρος, ας ακούσουμε τη φωνή του ίδιου του Δημήτρη Λιαντίνη να απευθύνεται προς τον θάνατο με περηφάνεια και τόλμη ( ελπίζω μόνο να μην παρερμηνευτεί αυτό το απόσπασμα ως προτροπή προς αυτοκτονία…):
“Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν…”
[ Bonus βιντεάκι με ομιλία του Λιαντίνη για τον θάνατο]: