Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ανοχή


Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσες γενιές

μέσα στη δυσοσμία και στη λάσπη

όπου το βύθισμα κι η παρακμή γίνονταν επιστήμη

- σαν μέσα σε κινούμενη άμμο μαζί βουλιάζαμε –


ώσπου επιτέλους έμαθα να σκύβω

μηχανικά κι υποσυνείδητα τον κουρασμένο μου τράχηλο

και με τη δέουσα δουλοπρέπεια να ψιθυρίζω:

Μάλιστα, αφέντη!


Ως πότε, βρε άθλιοι, θα εξαργυρώνατε την ανοχή μου;…


Μην απορείτε τώρα που με βλέπετε

να εγείρομαι ετοιμοπόλεμος με μάτια φλογισμένα,

διεκδικώντας όσα μου στέρησε η δειλία μου.

Όχι, δε σας μιλώ για εκδίκηση και μίσος…


Την τάξη μόνο να αποκαταστήσω ήρθα…


Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Ερωτήματα γενεθλίων...


Πριν από 32 χρόνια...το σωτήριο έτος 1978...γεννήθηκε στους Αμπελόκηπους της Αττικής
ένας "καπετάνιος", που επρόκειτο να εξελιχθεί σε...φιλόδοξο θεράποντα της ποιητικής τέχνης και φυσικά σε...μπλόγκερ, χάκερ και όλα τα συναφή!...


Εδώ και 2 ώρες λοιπόν, μπήκα στα 33...μια ηλικία άκρως συμβολική για ευνόητους λόγους...


Έχω λοιπόν μπροστά μου κάτι λιγότερο από ένα χρόνο μέχρι να...σταυρωθώ!...

Τι λέτε;...
Προλαβαίνω να κάνω αρκετούς εχθρούς, πρόθυμους να με οδηγήσουν στον "Γολγοθά";...


Και πώς αλλιώς μπορεί να κάνει κάποιος εχθρούς, παρά λέγοντας αλήθειες που πονάνε σε αυτιά και καρδιές που δε θέλουν να τις ακούσουν;...

Αυτό άλλωστε δεν έκανε κι ο Ναζωραίος πριν 2000 χρόνια;...


Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Δημοτικό


">

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά σε μαύρο πύργο,

το ‘να κοιτάει τη Ζάκυνθο, του Σολωμού το λόφο,

τ’ άλλο τις χιονοσκέπαστες κορφές του Ταϋγέτου,

το τρίτο το πικρότερο τ’ Αχέροντα τα μέρη

που ‘ναι τα μαύρα τα νερά κι οι πύλες του θανάτου.

Δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά μηδέ σαν χελιδόνια

μον’ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή κουβέντα:



«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,

με δυο φτερούγες χρυσαφιές στους ώμους φυτρωμένες

να γελοπαίζει ο Χάροντας στους ουρανούς πετώντας

κι απ’ τη φαρέτρα να τραβά βέλη φαρμακεμένα

και να δοξεύγει τους θνητούς, στο χώμα να τους ρίχνει.


Κι όποιος δεχτεί τη σαϊτιά τα μάτια του θολώνουν

και η ψυχή του πνίγεται σε βουερό σκοτάδι

κι εκεί προσμένει ο Έρωτας στου ποταμού την όχθη

μέσα στη βάρκα του σκυφτός κρατώντας το δρεπάνι,

δίνει η ψυχή τον οβολό και την κερδίζει ο Άδης!»…