Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Ματωμένο γέλιο


Φύλακα, φρόντισε το γράμμα μου αυτό
να φτάσει σίγουρα στα χέρια των αφεντικών σου…
Μέσα στο φάκελο δεν έβαλα άλλο τίποτα
παρά εκείνο που πάνω απ’ όλα τους τρομάζει:


το ματωμένο γέλιο μου
που θ’ αντηχεί σαν τιμωρία
και θα σκορπίζει από τα βλέφαρα τον ύπνο τους.


Τούτη την ώρα που γιορτάζω ξεψυχώντας,
είναι το γέλιο μου μποτίλια με βενζίνη
και το πετώ μαζί με το στουπί των στίχων μου
εύφλεκτο μίγμα εκρηκτικό
πάνω στις πένθιμες τζαμαρίες της πλάνης σας…


Μοιάζετε ανείπωτα γελοίοι αν θεωρείτε
ότι μπορούν πέντ’ έξι κάγκελα
να φυλακίσουν την ψυχή μου,


ότι μπορούν τα ρόπαλα, οι χειροπέδες και οι σφαίρες σας
να βλάψουν κάτι περισσότερο
από το σάρκινο περίβλημα που φιλοξένησε προσωρινά
το αιώνιο κι αδάμαστο πνεύμα μου…



(Πήγαινε τώρα, ανθρωποφύλακα, άφησέ με,
άλλωστε πλέον εδώ μέσα δεν υπάρχει τίποτα
για να φυλάξεις…)