Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Το Φως των Χριστουγέννων...

Φίλοι μου, για τη σημερινή ημέρα εύχομαι το χαρμόσυνο μήνυμα της γεννήσεως του Χριστού να φέρει σε όλο τον κόσμο υγεία, αγάπη, φως, ελπίδα και κάθε είδους ευλογία!

Δε θα επαναλάβω τα ήδη γνωστά περί της πραγματικής ημερομηνίας και χρονολογίας των Χριστουγέννων. Πολλοί από εμάς γνωρίζουν πως η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. από την εκκλησία της Δύσης, προκειμένου να αντικατασταθεί η ρωμαϊκή λατρεία της γέννησης του θεού Ήλιου (αλλά και η αντίστοιχη ειδωλολατρική της γέννησης του Μίθρα). Ίσως επεκταθώ σε λεπτομέρειες σε επόμενη ανάρτηση. Άλλωστε, πέρα από το καθαρά ιστορικό ενδιαφέρον της υπόθεσης (δεν είναι κακό να καταρρίπτονται κάποιοι μύθοι κάπου κάπου…), σημασία έχει το συμβολικό κομμάτι της σημερινής ημέρας, που έχει να κάνει με τον ερχομό του Φωτός και της ελπίδας στη ζωή μας.


Ο Χριστός είναι ο Θεός, που υπάρχει μέσα στις καρδιές μας, ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου, η ίδια η Αγάπη και το Πνευματικό Φως, που έρχεται να καταυγάσει τα σκοτάδια και να μας οδηγήσει ξανά στο μονοπάτι της αφύπνισης και της επιστροφής / ένωσης με τον Δημιουργό.

Όλα τα υπόλοιπα είναι φιλολογικές, θεολογικές και δογματικές αγκυλώσεις, που αποπροσανατολίζουν και μας απομακρύνουν από την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Δεν είναι τα Χριστούγεννα η χαζοχαρούμενη γιορτή του καταναλωτισμού, των επιδεικτικών στολισμών, των ρεβεγιόν και των πλουσιοπάροχων γευμάτων. Δεν είναι από μόνα τους κακά όλα αυτά. Κακά γίνονται όταν μένουμε μόνο σε αυτά και παραδινόμαστε στις υλικές απολαύσεις και τον πνευματικό λήθαργο, χάνοντας το πραγματικό νόημα των ημερών.

Χωρίς να θέλω να γίνω περισσότερο από ότι επιβάλλει η μέρα καταγγελτικός και επικριτικός, θα ευχηθώ την παγκόσμια αφύπνιση και την επίγνωση του αληθινού μας εαυτού, παραθέτοντας δυο τρία κείμενα, αντλημένα από τη γνωστική φιλοσοφία, αλλά και το Μέγα Γεροντικόν της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας.

(Από το βιβλίο Εισαγωγή στη Γνωστική Φιλοσοφία του Αναστάσιου Β. Βλάχου):

«Η αφύπνιση δεν είναι μια κατάσταση, αλλά μια πράξη…Αν δέχεσαι παθητικά τις καταστάσεις που επιβάλλονται στη συνείδησή σου, κοιμάσαι….Συλλογίσου το αυτό όταν βρίσκεσαι ανάμεσα στο πλήθος και θα διαπιστώσεις πως περιβάλλεσαι από έναν ολόκληρο κόσμο υπνοβατών…Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι δεν αφυπνίζονται ποτέ, ούτε καν μέχρι του σημείου να αντιληφθούν ότι αποκοιμήθηκαν…Αλλά, εάν έχεις επιλέξει να είσαι ξύπνιος, τότε διαλέγεις έναν τραχύ δρόμο, που ανηφορίζει αδιάκοπα και απαιτεί προσπάθεια κάθε λεπτό. Ξυπνάς και πρέπει αμέσως να ξανα-ξυπνήσεις…Χάρη σ’ αυτήν την πορεία της περισυλλογής, η συνείδηση γίνεται διαρκώς πράξη και τίποτε δεν αξίζει περισσότερο από τη συνείδηση που αγρυπνά»


( Από το Μέγα Γεροντικόν):

Διηγήθηκε κάποιος ότι τρεις φιλόπονοι άνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, έγιναν μοναχοί.

Ο πρώτος διάλεξε σαν έργο του να ειρηνεύει τους ανθρώπους, που είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο:

“Μακάριοι οι ειρηνοποιοί”.

Ο δεύτερος να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο τρίτος έφυγε για να ησυχάσει στην έρημο.

Ο πρώτος λοιπόν, αν και κόπιασε για να σταματήσει τις διαμάχες των ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τους θεραπεύσει όλους και, επειδή έπεσε σε ακηδία (= ψυχική παράλυση και απροθυμία για κάθε πνευματικό έργο), πήγε σ΄ αυτόν που υπηρετούσε τους αρρώστους και τον βρήκε κι αυτόν να παραμελεί το έργο του, καθώς δεν επαρκούσε να εφαρμόσει πλήρως την εντολή.

Συμφώνησαν λοιπόν και οι δύο και πήγαν να δουν τον ερημίτη.

Του εξέθεσαν τη θλίψη τους και τον παρακάλεσαν να τους πει τι κατόρθωσε αυτός.

Εκείνος, αφού έμεινε αμίλητος για λίγο, έριξε κατόπιν νερό στη λεκάνη και τους λέει:

“Προσέξτε το νερό”.

Ήταν βέβαια ταραγμένο.

Μετά από λίγο τους λέει πάλι:

“Προσέξτε και τώρα πώς έγινε το νερό”.

Και μόλις πρόσεξαν το νερό, που είχε σταματήσει να κινείται, είδαν σαν σε καθρέπτη τα πρόσωπά τους.

Τους λέει λοιπόν τότε:

“Έτσι είναι κι αυτός που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους.

Εξαιτίας της ταραχής δεν βλέπει τα σφάλματά του.

Όταν όμως ησυχάσει και προπαντός στην έρημο, τότε βλέπει τα ελαττώματα του εαυτού του”.

(ΤΟΜΟΣ Α' ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄, 60)

Είπε ένας Γέροντας:

“Όπως ακριβώς σ΄ έναν δρόμο, όπου πηγαινοέρχονται πολλοί πεζοί, ποτέ δεν φυτρώνει χορτάρι ούτε κι αν το σπείρεις, γιατί πατιέται το χώμα, έτσι συμβαίνει και με μας.

Παραιτήσου από κάθε φροντίδα και θα δεις να φυτρώνουν αυτά, που δεν γνώριζες, ότι βρίσκονταν μέσα σου, επειδή πάνω σ΄ αυτά περπατούσες”

(ΤΟΜΟΣ Α' ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄, 62)

Και…“ευλογώντας τα γένια μου”, ας κλείσω με ένα δικό μου ποίημα:

«ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ»

Έβγαλα με αργές τελετουργικές κινήσεις

την παλιά, ρυπαρή φορεσιά μου

κι άφησα το νερό των καθαρμών

να τρέξει επάνω μου αβίαστα, λυτρωτικά

κι ένιωθα κάθε του σταγόνα γεμάτη

απ’ την ενέργεια του μητρικού μας Κόσμου

να εισχωρεί μέσα στους ανυπόμονους πόρους του δέρματός μου,

να παρασέρνει με ορμή τις πλάνες, τα ψεύδη και την άγνοια

και να με εξαγνίζει.

Βγαίνω ολόγυμνος, καινούργιος

και ντύνομαι με τα λευκά ενδύματα

μιας νέας Ύπαρξης λουσμένης απ’ το Φως.

Εκεί, στη γωνιά σωριασμένα δε βλέπω πια τα ρούχα μου

μα το κενό θνητό μου σώμα.

Μη με ρωτάς, λοιπόν, το θάνατο αν φοβάμαι.

Τίποτα δεν απέμεινε για να μου πάρει…


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!

( Κανονικά, η ανάρτηση ετοιμαζόταν για χτες, αλλά δεν πρόλαβα!...Ωραίο καπετάνιο έχετε! Μες στην οργάνωση! Να με χαίρεστε!...)


Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Το παιδί μέσα μας


Σχεδόν όλο τον προγραμματισμό μας, είτε θετικό είτε αρνητικό, τον δεχτήκαμε μέχρι την ηλικία των τριών χρόνων. Από τότε οι εμπειρίες μας βασίζονται σε ότι αποδεχτήκαμε και πιστέψαμε για τον εαυτό μας και για τη ζωή εκείνη την εποχή. Ο τρόπος με τον οποίο μας συμπεριφέρθηκαν όταν ήμαστε παιδιά είναι συνήθως εκείνος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στους εαυτούς μας σήμερα. Το πρόσωπο που επικρίνουμε είναι το παιδί των τριών χρονών μέσα μας.



Όταν οργίζεσαι με τον εαυτό σου επειδή είναι φοβητσιάρης και δειλός, φαντάσου ότι είσαι τριών χρονών. Αν είχες μπροστά σου ένα τρίχρονο παιδάκι που φοβόταν, τι θα έκανες; Θα θύμωνες μαζί του ή θα άνοιγες την αγκαλιά σου για να το παρηγορήσεις μέχρι να ηρεμήσει και να νιώσει ασφάλεια; Μπορεί οι ενήλικοι που είχαμε δίπλα μας την εποχή που ήμασταν παιδιά να μη γνώριζαν πώς να μας παρηγορήσουν. Τώρα ΕΣΥ είσαι ο ενήλικος στη ζωή σου και είναι πραγματικά κρίμα αν δεν παρηγορείς το παιδί μέσα σου.




Ό,τι συνέβη στο παρελθόν έχει πια τελειώσει. Σήμερα έχουμε την ευκαιρία να φερθούμε στον εαυτό μας όπως εμείς θέλουμε. Ένα τρομαγμένο παιδί χρειάζεται κατανόηση και παρηγοριά και όχι επιπλήξεις. Η επίπληξη μας κάνει να φοβόμαστε περισσότερο και να νοιώθουμε ανασφάλεια. Και όταν το παιδί μέσα μας νοιώθει ανασφάλεια τότε μας δημιουργεί πολλά προβλήματα. Ας θυμηθούμε πως νοιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά και οι άλλοι μας μείωναν. Έτσι νοιώθει σήμερα εκείνο το παιδί μέσα μας.



Ας είμαστε λοιπόν καλοί με τον εαυτό μας. Ας αρχίσουμε να τον αγαπάμε και να τον επιδοκιμάζουμε.

.

Αυτό ακριβώς χρειάζεται και το μικρό παιδί για να μπορέσει να εκφράσει και να ξεδιπλώσει όλο του το δυναμικό.

.

Ας αγαπήσουμε αυτό που είμαστε κι αυτό που κάνουμε. Ας χαρούμε τον εαυτό μας και τη ζωή και τίποτα δε θα μπορέσει να μας αγγίξει. Έτσι κι αλλιώς, όλα είναι προσωρινά. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η επόμενη ζωή μας θα είναι διαφορετική. Γιατί λοιπόν να μην την αλλάξουμε από αυτή τη στιγμή;




“Σας έχουν πει να αγαπάτε το γείτονα αλλά ποτέ δεν αγαπήσατε τον εαυτό σας. Και κάποιος που δεν έχει αγαπήσει τον εαυτό του, πώς μπορεί να αγαπήσει το γείτονα; Από πού θα βρει την αγάπη; Καταρχήν πρέπει να την έχεις εσύ.

.

Όσσο
.

Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...

.

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Πίστη ή ορθολογισμός;...


Είμαστε όλοι ανώτερα όντα, Κόρες και Γιοι του Θεού, Αγνοί και Άσπιλοι Πολεμιστές του Φωτός, ψυχές αθάνατες και μονάδες μιας καθαρής ενέργειας, που υπάρχει παντού και υπήρχε από πάντα…

 

Τι μπορεί να σημαίνει η παραπάνω φράση;…

Θα σας περιγράψω τι σημαίνει για μένα και πώς την καταλαβαίνω εγώ.

 

Αποτελεί βαθιά πεποίθησή μου πως η ζωή που ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον πλανήτη, μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια ενός - φανταστικού και κατασκευασμένου από εμάς – μεγέθους που βαφτίσαμε “χρόνο”, δεν είναι η μόνη ζωή ούτε κατ’ ανάγκη η πιο αληθινή.

 

Οφείλω να πληροφορήσω εξ’ αρχής ότι για όσα λέω δεν έχω αδιάσειστες αποδείξεις ούτε επιχειρηματολογία δομημένη με τρόπο που να πληροί τα κριτήρια μιας επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Απεναντίας, καθετί που υποστηρίζω βασίζεται αποκλειστικά σε πίστη, μια πίστη που σπάρθηκε και ρίζωσε μέσα στο χώμα των παραδόσεων, της ανατροφής, των παιδικών και νεανικών ακουσμάτων και αναγνώσεων, μα πάνω απ’ όλα των προσωπικών βιωμάτων και εμπειριών…

 

Σπρωγμένος από τη δίψα για το Μεγάλο Άγνωστο και υπακούοντας σε μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, που από ψίθυρος σταδιακά γινόταν φωνή και κραυγή μέσα μου, είχα ορθάνοιχτα τα αισθητήρια όργανα και έψαχνα με λαχτάρα οτιδήποτε μπορούσε να αφορά αυτό που καλούμε “Θεό” και τη σχέση μας μαζί Του, οτιδήποτε μιλούσε για τη ζωή πριν τη γέννηση ή μετά το θάνατο, για την ψυχή, την ηθική, το νόημα της ζωής, τη σχέση μας με τον αληθινό μας εαυτό και τους άλλους ανθρώπους. Με λίγα λόγια, ρουφούσα κάθε πληροφορία που υποψιαζόμουν πως θα μπορούσε να απαντήσει στα βασανιστικά προαιώνια ερωτήματα του τύπου:

«Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι, τι κάνω εδώ και πού πάω;»



.
Η διαδικασία αυτής της εσωτερικής αναζήτησης είναι ένα μακρύ ταξίδι, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και θα είναι ισόβιο. Βιβλία, στίχοι τραγουδιών, ταινίες, ατέλειωτες συζητήσεις με ανθρώπους λιγότερο ή περισσότερο πνευματικούς, μα πάνω απ’ όλα προσωπική παρατήρηση και ακρόαση αυτής της φωνούλας που δονούσε ολόκληρη την ύπαρξή μου. Η φωνή αυτή ήταν το φίλτρο, το υπερευαίσθητο μηχάνημα που “σκανάριζε” τις εμπειρίες μου και μου έλεγε: «αυτό είναι σωστό, εκείνο όχι», «αυτό πλησιάζει πιο κοντά στην αλήθεια, εκείνο όχι», «αυτό μου θυμίζει την καταγωγή μου, εκείνο όχι»


Πιστεύω λοιπόν…

Πιστεύω πως η ζωή δεν είναι αποτέλεσμα τυχαίας αλληλεπίδρασης των στοιχείων του σύμπαντος, αλλά υλοποίηση της επιθυμίας του Ενός να γνωρίσει βιωματικά τον ίδιο Του τον Εαυτό. Για να μη μπερδευτούμε, ας τα πάρουμε από την…αρχή: "


 Πιστεύω πως το μόνο που υπάρχει είναι το Ένα, το Απόλυτο, το Παν, αυτό που εμένα μ’ αρέσει να λέω “Θεό”. Τίποτα άλλο δε μπορεί να νοηθεί έξω από Αυτό, γιατί απλούστατα περικλείει και περιλαμβάνει τα πάντα (αυτό άλλωστε σημαίνει και η χριστιανική φράση «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»)…

Ο Θεός λοιπόν, αυτό το υπέρτατο Πνεύμα, γνώριζε πως είναι το Παν το Υπαρκτό, όμως το γνώριζε μόνο εννοιολογικά / θεωρητικά και όχι βιωματικά / πρακτικά. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν βρισκόταν σε…απόσταση από τον ίδιο του τον εαυτό, για να μπορέσει να τον παρατηρήσει και να τον γνωρίσει. Επομένως, έπρεπε να βρει ένα σημείο αναφοράς έξω από αυτόν (πράγμα αδύνατον, αφού είναι τα πάντα) ή να δημιουργήσει ένα σημείο αναφοράς μέσα σ’ αυτόν! Και όντως αυτό έκανε!

 

Με μία μεγαλειώδη κοσμογονική έκρηξη (αυτό που οι σύγχρονοι επιστήμονες λένε Big Bang) διαίρεσε τον εαυτό του σε μέρη, που μπορούσαν πλέον να στρέφονται προς το Όλον και να βιώνουν μαζί του τη μεγαλειώδη σχέση της Ενότητας και της Πληρότητας. Έτσι, ο Θεός δημιούργησε το υλικό Σύμπαν από την καθαρή ενέργεια, από την ίδια την ουσία του εαυτού του. Όλα είναι Θεός, όλα είναι τα άγια κομμάτια του Αγίου Όλου…Και οι αθάνατες ψυχές μας, που ενσαρκώνονται για λίγα χρόνια σ’ ένα σώμα θνητό, είναι μικρές φλογίτσες που ξεπηδούν από το ηρακλείτειο Αιώνιο Πυρ, από την Πηγή του Φωτός που καταυγάζει την ίδια τη ζωή…


 Για να εκπληρωθεί λοιπόν η επιθυμία του Θεού να γνωρίσει βιωματικά τον εαυτό του, έπρεπε τα επιμέρους κομμάτια να μπουν στο υλικό σύμπαν ή με άλλα λόγια, να ελαττώσουν την ταχύτητα των δονήσεών τους και από καθαρή λεπτότατη πνευματική ενέργεια να μετατραπούν σε μία πιο χονδροειδή μορφή υλικής πλέον ενέργειας, κάτι που ισοδυναμούσε με αυτό που ονομάζουμε “εν-σάρκωση”…Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι μετατράπηκε η ουσία μας όταν ενσαρκωθήκαμε, δε γίναμε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είμαστε. Είμαστε αγνά και τέλεια δημιουργικά πνεύματα με θεϊκή φύση και ουσία κι αυτό εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να αλλάξει. Το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν να επιλέξουμε να…ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, να παραιτηθούμε δηλαδή συνειδητά από την ανάμνηση του πραγματικού εαυτού μας και να συμμετέχουμε έτσι εθελοντικά στο κοσμικό “παιχνίδι” και σχέδιο του Θεού! Από τη στιγμή που αρχίσει κάποιος να προσεγγίζει τη σύλληψη αυτής της ιδέας, θα μείνει έκθαμβος και άφωνος μπροστά στο μεγαλείο που αποτελεί τη βάση της ίδιας μας της ύπαρξης!

 

Δεν είμαστε δούλοι κάποιου αυταρχικού και διεστραμμένου τυράννου, δεν είμαστε ξένοι, απόκληροι, αμαρτωλοί και παράσιτα του σύμπαντος!

Είμαστε το τελειότερο θαύμα που προήλθε από την πλαστουργό δύναμη του Υπέρτατου Όντος, η κορωνίδα της δημιουργίας και ταυτόχρονα εμείς οι ίδιοι οι δημιουργοί, οι σεναριογράφοι, οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί του αιώνιου κοσμικού δράματος!



 Ηθελημένη “αμνησία” λοιπόν η ζωή μας και μοναδικός σκοπός της η βιωματική επίγνωση του τι σημαίνει να είσαι χωριστά από το Θεό, προκειμένου να οδηγηθούμε σταδιακά μέσα από εμπειρίες, λάθη, σχέσεις, παρατήρηση και προσωπικό αγώνα στην “επιστροφή”, στην “ενθύμηση”, στην “αφύπνιση”, στη “φώτιση” και την “επανένωση” με την αληθινή θεϊκή μας υπόσταση!  

 

Ξέρω πως οι υλιστές / ρεαλιστές / ορθολογιστές / άθεοι ή άλλου είδους αναγνώστες, που θα διαβάσουν αυτά τα λόγια ( ειδικά στο άκουσμα της “βδελυρής” έννοιας της  “πίστης” ), θα ξινίσουν τα μούτρα με απέχθεια ή στην καλύτερη περίπτωση, θα χαμογελάσουν ειρωνικά για την “αφέλεια” μιας ακόμα μεταφυσικής προσέγγισης του μεγάλου μυστηρίου της ζωής.

Πριν όμως σπεύσουν να λιθοβολήσουν τον “βλάσφημο” που υμνεί την ψυχή και αγνοεί τις κατακτήσεις της επιστήμης και της λογικής, ας αφήσουν τις πέτρες της “αλάνθαστης” κριτικής τους να κυλήσουν στο χώμα και ας μείνουν για λίγο σιωπηλοί και ακίνητοι…Ας θυμηθούν και ας απομονώσουν μέσα τους  κάθε στιγμή και κάθε φορά που σκίρτησαν από ασυγκράτητη χαρά ή από αφόρητη λύπη, κάθε φορά που ένιωσαν απλά ανθρώπινα συναισθήματα, έρωτα, πίστη σε κάποιον ή κάτι, συμπόνια, προσδοκία, ευτυχία, πόνο, ελπίδα ή απόγνωση…Κι αν έχουν το κουράγιο, ας αναρωτηθούν…Τι κακόγουστη και ανούσια φάρσα θα ήταν η ζωή και η ίδια η ύπαρξη, αν δεν υπήρχε η παρουσία και η απόδειξη του ζωντανού Θεού μέσα σε κάθε πτυχή και κάθε κύτταρο του ορατού και αόρατου κόσμου;…


 Θα αφήσω να γράψει τον επίλογο ο Δημήτρης Λιαντίνης με ένα απόσπασμα από νεανική επιστολή του:


« Είναι πλάνη απόλυτη και άγνοια τυφλή να ισχυρισθούμε ότι δεν υπάρχει μεταθανάτιος ζωή. Όσο και να το λέμε, σε τελευταία ανάλυση δεν το πιστεύει κανείς. Διότι τότε η ζωή χάνει το αλάτι της αυτόματα, χάνει τη βαθύτερη ουσία και τα θέμελά της. Όσοι από τους φιλοσόφους – και είναι λίγοι – φθάσανε σ’ αυτήν την πίστη, πιστέψανε δηλαδή ότι μαζί με το χωματένιο σαρκίο θάβεται και η ψυχή, η μόνη απάντηση που μας δώσανε ήταν μια σπαρακτική κραυγή άναρθρη και ανατριχιαστική, γεμάτη σκοτάδι και φρίκη. Γιατί ξεκόψανε τον άνθρωπο από τη μεγάλη και αιώνια πηγή του, το Θεό…»